Η «Κίνηση Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης» εγκαινίασε τη νέα της ιστοσελίδα και έθεσε σε διαβούλευση λεπτομερές σχέδιο θέσεων για το επερχόμενο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ.

Το σχέδιο θέσεων έχει ως εξής:

ΑΘΗΝΑ, 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2009

9ο Σ Υ Ν Ε Δ Ρ Ι Ο ΤΗΣ Π Ο Σ Δ Ε Π

Σ Χ Ε Δ Ι Ο Θ Ε Σ Ε ΩΝ

γ ι α τ ο

Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Ο Π Α Ν Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ι Ο

ΑΘΗΝΑ, 6 – 8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

Το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο διέρχεται σήμερα μια περίοδο που προσδιορίζεται από μια μεγάλη ποικιλότητα χαρακτηριστικών. Κάποια απ’ αυτά αποτελούν στοιχεία θετικής εξέλιξης και πηγές αισιοδοξίας για το μέλλον του Πανεπιστημιακού μας συστήματος, ενώ άλλα είναι ιδιαιτέρως αρνητικά και με πολλές δύσκολες και δυσδιάκριτες πλευρές. Ως θετικά στοιχεία μπορούμε να δούμε

1) τη δουλειά που έγινε στα χρόνια που πέρασαν σε πολλά επίπεδα, αθόρυβα αλλά κυρίως πολύ αποτελεσματικά από όλους μας μέσα στο σύνολο σχεδόν των Πανεπιστημίων, για επαναφορά του συστήματος σε σχετικά «κανονικές συνθήκες» ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, και

2) την ευαισθητοποίηση της μεγάλης πλέον πλειοψηφίας των συναδέλφων Πανεπιστημιακών Δασκάλων στα έντονα και πολύμορφα προβλήματα που βιώνει το Ακαδημαϊκό Σύστημα και στην έμπρακτη, σθεναρή και πολλάκις αποφασιστική παρουσία και συμμετοχή τους σε όλο το φάσμα του πανεπιστημιακού γίγνεσθαι.

Απλώνουμε θερμή χειραψία εγκάρδιων συγχαρητηρίων σε όλους τους συναδέλφους Πανεπιστημιακούς – αλλά και σε όλα τα λοιπά μέλη της Πανεπιστημιακής κοινότητας – που τον τελευταίο καιρό στάθηκαν με αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια, θάρρος και ήθος στο μετερίζι των αγώνων για Αναβάθμιση της Ποιότητας στην Ακαδημαϊκότητα και την Πανεπιστημιακή Δημοκρατία.

Οι ελάχιστοι συνομιλητές των δυνάμεων της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης θα πρέπει επιτέλους να καταλάβουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας – δάσκαλοι και φοιτητές – ομόψυχα κινούνται στους δρόμους της δημιουργίας και της προόδου.

Ως αρνητικά στοιχεία ή ανοικτά θέματα της σημερινής πραγματικότητας του ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστήμιου θεωρούμε μεταξύ άλλων:

ΘΕΣΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ

Οι εξελίξεις και οι πολιτικές των τελευταίων χρόνων έφεραν στο προσκήνιο τα βασικά θεσμικά και άλλα προβλήματα του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστημίου χωρίς όμως να οδηγήσουν σε αναβάθμιση. Αντίθετα συνέβαλαν σε περαιτέρω υποβάθμιση δημιουργώντας συνάμα ένα κλίμα υποτίμησής του. Μέσα από αυτή την απαράδεκτη και καταστροφική ατμόσφαιρα της προηγούμενης τριετίας – ατμόσφαιρα για την οποία μεγάλες ευθύνες φέρουν τόσο η πολιτική της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας όσο και οι δυνάμεις που συγκροτούν την ηγετική ομάδα της πλειοψηφίας των οργάνων της ΠΟΣΔΕΠ – είχαμε δύο σημαντικά αποτελέσματα:

α) την ψήφιση ενός ελλιπούς, αποσπασματικού, αναποτελεσματικού και αναχρονιστικού θεσμικού πλαισίου (Νόμος 3549/2007) χωρίς όραμα και συγκεκριμένη ακαδημαϊκή φιλοσοφία καθώς και σειρά άλλων συμπληρωματικών νόμων με την ίδια (μη-) φιλοσοφία,

β) τη δημιουργία πολιτικών συνθηκών, οι οποίες καθιστούν δύσκολη – προς το παρόν τουλάχιστον – την απόδοση πρώτης προτεραιότητας στο θέμα των ευρύτερων θεσμικών αλλαγών στα Ελληνικά Πανεπιστήμια.

Καθήκον μας είναι να προσπαθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή αλλά και επιμονή να επαναφέρουμε το θέμα των μεγάλων θεσμικών προβλημάτων στο προσκήνιο, με την ανάδειξη συγκεκριμένων αλλά βασικών και επίκαιρων σημείων, και να εργαστούμε στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός κοινού οράματος υψηλών προδιαγραφών για το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Οι εξελίξεις στον διεθνή περίγυρο της χώρας μας και ιδιαιτέρως οι συζητήσεις στα πλαίσια του ΠΟΕ, του ΟΟΣΑ αλλά και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και οι πρωτοβουλίες της Μπολόνιας, της Πράγας, του Βερολίνου του Μπέργκεν και η συνέχειά τους, συνθέτουν μια διαρκή πρόκληση για το ελληνικό πανεπιστήμιο.

Η έμφαση στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ των εκπαιδευτικών συστημάτων που συνεπάγονται αυτές οι πρωτοβουλίες απαιτεί να ξανασκεφθούμε το θεσμικό πλαίσιο των ΑΕΙ και επιβάλλει τη δική μας συνδρομή και παρέμβαση με τη μεγαλύτερη δυνατή σοβαρότητα και υπευθυνότητα.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να έχουν ουσιαστική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι (Σορβώνη – Μπολόνια – Πράγα – Βερολίνο – Μπέργκεν), χωρίς αισθήματα μιζέριας και εξαρτησιακών συμπλεγμάτων. Θα πρέπει να γίνει προσπάθεια συμπόρευσης με την ευρύτερη ευρωπαϊκή εμπειρία, διατηρώντας συνάμα τα βασικά, ελπίζουμε και θετικά, στοιχεία του ελληνικού χώρου.

Θα πρέπει να προχωρήσουμε σε εξειδίκευση και ενσωμάτωση στο ελληνικό Ακαδημαϊκό Σύστημα – με περίσκεψη και προσοχή – των βασικών ευρωπαϊκών κατακτήσεων, οι οποίες έχουν προκύψει από τις παραπάνω διαδικασίες, που είναι:

Αναγνωρίσιμα και Συγκρίσιμα Πτυχία στον Ευρωπαϊκό χώρο,
Κοινό Πλαίσιο Βαθμολόγησης,
Ενιαίο Σύστημα Διδακτικών Μονάδων,
Μηχανισμοί Αξιολόγησης & Διασφάλισης Ποιότητας των Ιδρυμάτων,
Έκδοση Κοινών Πτυχίων.

Επίσης, θα πρέπει να παρακολουθούμε τις εξελίξεις στα άλλα διεθνή φόρα και οργανισμούς, όπως ΟΟΣΑ, ΠΟΕ, UNESCO, κλπ.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ

Τα οικονομικά των Πανεπιστημιακών είναι ένα σοβαρό θέμα με πολλές πλευρές, το οποίο όμως χρειάζεται μια αντιμετώπιση που να ξεφεύγει από τη συνήθη πεπατημένη. Η προσέγγισή του θα πρέπει να γίνει σε όλες τις διαστάσεις και να προβάλει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λειτουργήματος του Πανεπιστημιακού Δασκάλου. Η θέση του Πανεπιστημιακού Δασκάλου απαιτεί τα ελάχιστα και επιβάλλει τα μέγιστα. Αυτό αποτυπώνεται σε κάθε μέλος ΔΕΠ κατά διαφορετικό τρόπο και πολλές φορές είναι αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών, αντιλήψεων και πρακτικών, προκαλώντας όμως έτσι συνθήκες μεγάλης ετερογένειας στο εσωτερικό του συστήματος.

Η ενσωμάτωση των επιδομάτων στο βασικό μισθό είναι αίτημα που αντέχει στο λογικό αλλά και κοινωνικό έλεγχο, καθώς πρόκειται για επιδόματα, όπως διδακτικής προετοιμασίας, ερευνητικό, κ.α., που αφορούν τον σκληρό πυρήνα της εργασίας μας. Στην ίδια θεματική εντάσσεται και το αίτημα περί μη φορολόγησης των επιδομάτων, για το οποίο ήδη υπάρχουν πάμπολλες ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις, αλλά και το θέμα του επιδόματος παραμεθορίων πανεπιστημίων, το οποίο προβλέπεται ως δυνατότητα από την υπάρχουσα νομοθεσία, αλλά δεν εφαρμόζεται.

Επίσης από τη στιγμή που ανήκουμε σε ένα μαζικό πλέον σώμα (με περισσότερα από 10.000 μέλη πλέον) αναδεικνύεται πολύ πιο σοβαρά και το θέμα των παράπλευρων λειτουργιών και δράσεων, που αφορούν την επαγγελματική μας ομάδα κάτω από την ομπρέλα μιας «Πανεπιστημιακής Λέσχης» με πολλαπλά διευρυμένο ρόλο. Λειτουργίες οι οποίες συμβάλλουν τόσο στην ποσοτική όσο και –κυρίως- στην ποιοτική βελτίωση της ζωής των μελών της ομάδας. Υπάρχουν πετυχημένα αντίστοιχα παραδείγματα τόσο στη χώρα μας – σε άλλες ομάδες εργαζομένων – όσο και διεθνώς, τα οποία θα πρέπει να γνωρίσουμε και να μελετήσουμε.

Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι αυτό της ουσιαστικής οικονομικής ενίσχυσης της ερευνητικής δραστηριότητας των Πανεπιστημιακών Δασκάλων. Η ενίσχυση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με α) μόνιμα ανταγωνιστικά Προγράμματα Βασικής Έρευνας από το Υπουργείο Παιδείας στο πρότυπο των «Ηράκλειτος» και «Πυθαγόρας», β) πραγματική και όχι τυπική χρηματοδότηση της συμμετοχής σε Συνέδρια, γ) αφορολόγητο των ερευνητικών επιδομάτων, κλπ.

Η ιδιαίτερη σοβαρότητα του θέματος καθώς και η προσεκτική επιλογή διαδικασιών προβολής και διεκδίκησης των δίκαιων αιτημάτων μας προαπαιτούν αφενός τη σαφή γνώση και τεκμηρίωση των θέσεών μας και αφετέρου την επίτευξη μιας ελάχιστης μεταξύ μας συνεννόησης και συναντίληψης.

Τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η σημερινή οικονομική κατάσταση των συναδέλφων συνταξιούχων βρίσκεται σε οριακά ανεκτά επίπεδα. Θα πρέπει η σχέση της σύνταξης με το μισθό να αυξηθεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να επιτρέπει στο συνάδελφο συνταξιούχο να διαβιεί σε αξιοπρεπείς συνθήκες – ανάλογες του σημαντικού έργου που έχει προσφέρει στην κοινωνία. Επίσης λόγω της τραγικής κατάστασης των ασφαλιστικών ταμείων έχουν αρχίσει να παορυσιάζονται προβλήματα στην καταβολή το εφάπαξ.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ – ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΙΚΗΣΗ.

Κάποια από τα προβλήματα, που καθημερινά βιώνουμε, οφείλονται στον ασφυκτικό εναγκαλισμό των Ιδρυμάτων όχι μόνο από το κράτος αλλά και από τους κομματικούς ή πολιτικούς σχηματισμούς.

Θα πρέπει άμεσα να προωθηθεί η πλήρης οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων, ώστε να μπορέσουν να προγραμματίσουν την ανάπτυξή τους, μέσα από τις διαδικασίες της Αξιολόγησης και του Στρατηγικού Σχεδιασμού. Στόχος είναι οι σχέσεις του ακαδημαϊκού χώρου με την Πολιτεία και τα κόμματα να διέπονται από τις αρχές του σεβασμού της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αυτοτέλειας των ιδρυμάτων.

Δεδομένου ότι η επένδυση στην Παιδεία αποτελεί μια αναγκαιότητα υψίστης εθνικής σημασίας, η Πολιτεία οφείλει να αυξήσει σταδιακά αλλά σημαντικά τη χρηματοδότηση της Ανωτάτης Εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Παράλληλα, τα Ιδρύματα οφείλουν να συνδεθούν στενότερα με την κοινωνία και την παραγωγή, μέσα πάντα στο πλαίσιο διατήρησης και ενίσχυσης του ακαδημαϊκού και δημόσιου χαρακτήρα τους.

Θα πρέπει να διαμορφωθεί σχέδιο σημαντικής μεσοπρόθεσμης αύξησης των κονδυλίων για τα Πανεπιστήμια, στο γενικότερο πλαίσιο της συνολικής αύξησης των δαπανών για την Παιδεία. Ο στόχος σε ορίζοντα δεκαετίας θα πρέπει να υπερβαίνει τον μέσο όρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, η αύξηση αυτή θα πρέπει να συνδυασθεί με την ποιοτική αναδιάρθρωση των διοικητικών δομών των Ιδρυμάτων στο πλαίσιο μιας ευρύτερης θεσμικής μεταρρύθμισης. Τα αποτελέσματα των διαδικασιών της αξιολόγησης πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την οικονομική ενίσχυση των Ιδρυμάτων που παρουσιάζουν προβλήματα. Όλα αυτά όμως πρέπει να συνοδεύονται με διαφάνεια και λογοδεσία.

Ούτε η αυτοτέλεια ούτε η προσαρμογή των ΑΕΙ στις σύγχρονες απαιτήσεις είναι δυνατό να επιτευχθούν με το σημερινό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η διοικητική τους μηχανή. Οι διοικήσεις των πανεπιστημίων μας πρέπει να εκσυγχρονισθούν, έτσι ώστε να λειτουργούν ως επιτελικά όργανα που να είναι σε θέση να σχεδιάζουν, να παίρνουν πρωτοβουλίες και να τις φέρνουν σε πέρας.

ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Αποτελεί γενική διαπίστωση ότι υπάρχει σημαντικό έλλειμμα στην ποιότητα της Ακαδημαϊκής Ζωής μέσα στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας μας. Η οποιαδήποτε σύγκριση με τα αντίστοιχα ιδρύματα άλλων χωρών – τα οποία συχνά χρησιμοποιούμε ως πρότυπο μέτρο σύγκρισης στα ακαδημαϊκά πράγματα – μπορεί να μας βοηθήσει ουσιαστικά στο να εντοπίσουμε και στη συνέχεια να αναδείξουμε για προβληματισμό και αντιμετώπιση τα κεντρικά σημεία αυτού του ελλείμματος.

Γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες και σε μερικές περιπτώσεις ακούσιοι συμμέτοχοι απίστευτων γεγονότων και καταστάσεων που διαδραματίζονται μέσα σε ακαδημαϊκό περιβάλλον. Γεγονότα τα οποία είναι αδιανόητο να συμβούν τόσο στο ακαδημαϊκό περιβάλλον άλλων χωρών αλλά και σχεδόν σε κάθε άλλο τομέα της Ελληνικής κοινωνίας.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η στάση νέων ανθρώπων στην εφαρμογή της καθολικής ψηφοφορίας κατά την εκλογή των Οργάνων Διοίκησης σε διάφορα Ιδρύματα. Το μέτρο αυτό αποτελεί κατά κοινή ομολογία ένα από τα ελάχιστα θετικά σημεία του Νόμου 3549/2007, αν και στη βάση του παραμένει άτολμο και ημιτελές. Το μέτρο αυτό, για να ολοκληρωθεί και να αποδόσει την πρέπουσα ισονομία στο Πανεπιστημακό Σώμα, θα πρέπει να επεκτείνει την ποσόστωση – που ισχύει εκ των πραγμάτων για τους Πανεπιστημιακούς Δασκάλους – και στις λοιπές συνιστώσες της Ακαδημαϊκής Κοινότητας. Αυτό θα συμβάλει στην προσαρμογή των ποσοστών συμμετοχής της κάθε ομάδας σε αντίστοιχα με εκείνα που ισχύουν στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή (θα λέγαμε και Παγκόσμια) πραγματικότητα.

Απερίφραστα καταδικάζουμε και στιγματίζουμε τόσο τη στάση μικρής ομάδας φοιτητών, που παρεμποδίζει με βίαιο τρόπο την άσκηση των δημοκρατικών διαδικασιών – ιδιαίτερα δε μέσα σε Πανεπιστημιακούς χώρους – όσο και τη θέση στήριξης, που άμεσα ή έμμεσα τους προσφέρει ο κεντρικό πυρήνας της Ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ.

Η με οποιοδήποτε μέσο παρακώλυση ή ματαίωση των διαδικασιών εκλογής ή λειτουργίας θεσμικών οργάνων στα διάφορα Πανεπιστήμια, προέρχεται από δυνάμεις, των οποίων η συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτικές αντιλήψεις και δεν έχουν καμιά σχέση με τον Πολιτισμό και τη Δημοκρατική Παράδοση του Ελληνικού Πανεπιστημίου και της Ακαδημαϊκής Κοινότητας γενικότερα.

Ταυτόχρονα, εκφράζουμε την απορία μας βλέποντας Πρυτανικές Αρχές διαφόρων – ευτυχώς ολίγων – Ιδρυμάτων να «υποκύπτουν» στη βια των ελαχίστων, να παραδίδονται αμαχητί, να «συμμορφούνται προς τας υποδείξεις». Με μεγάλη άνεση και ευκολία παρακάμπτεται η στοιχειώδης νομιμότητα ή ερμηνεύονται οι ισχύοντες νόμοι κατά το δοκούν.

Τονίζουμε για μια ακόμα φορά ότι ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία προέχει η προάσπιση της ομαλότητας των ακαδημαϊκών λειτουργιών των Πανεπιστημίων. Ανεύθυνες και «ανέξοδες ψευδοεπαναστατικές πρακτικές» οδηγούν στην περαιτέρω απαξίωση του Πανεπιστημιακού ιστού, συνδράμοντας έτσι τις «αγοραίες δυνάμεις» στην επέκτασή τους. Βασική προϋπόθεση για την ολική ανάταξη του συστήματος αποτελεί πάντα το ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ.
ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Οι διαδικασίες εκλογής μελών ΔΕΠ χαρακτηρίζονται από μεγάλη ανομοιογένεια. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε Ιδρύματα, ακόμα και ανάμεσα σε Τμήματα του ιδίου Ιδρύματος, ως προς το βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο τηρείται η κείμενη νομοθεσία. Βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν τις εκλογές μελών ΔΕΠ είναι η ακαδημαϊκότητα, η αξιοκρατία και η διαφάνεια. Η ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να επιμείνει σ’ αυτά τα κριτήρια, μεριμνώντας παράλληλα για τη μη υπέρμετρη επιβάρυνση των σχετικών διαδικασιών.

Θεωρούμε ότι ο θεσμός των συμβασιούχων του ΠΔ 407/1980 από την αρχή της θέσπισής του έχει προσφέρει πολλά στα Τμήματα, που επωφελούνται αλλά και στους –συνήθως- νέους ερευνητές, που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτής της κατηγορίας. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι η συνέχιση αυτού του θεσμού θα είναι έπ’ ωφελεία και των δύο πλευρών.

Θα πρέπει όμως να αναδειχθεί η απαράδεκτη κατάσταση των καθυστερήσεων στην πληρωμή των διδασκόντων, φαινόμενο που παρατηρείται επί σειρά ετών, και που δεν σχετίζεται με το θεσμό αυτό καθαυτό, αλλά με τις σύνδρομες διαδικασίες από την πλευρά της Πολιτείας.

Θεωρούμε ότι θα πρέπει να σταματήσει η κάλυψη των διδακτικών αναγκών βασικών κατευθύνσεων διαφόρων Τμημάτων αποκλειστικά από διδάσκοντες συμβασιούχους του ΠΔ 407/1980. Τα βασικά αντικείμενα κάθε Τμήματος θα πρέπει το συντομότερο δυνατόν να υπηρετούνται και να καλλιεργούνται από μέλη ΔΕΠ – σε αυτό το σημείο θεωρούμε ότι σε αρκετές περιπτώσεις η ευθύνη βαρύνει και τις δύο πλευρές – Υπουργείο και Ιδρύματα.

Σε αρκετά Τμήματα είναι επιτακτική η ανάγκη ουσιαστικής ανανέωσης του διδακτικού προσωπικού. Στο πλαίσιο της ανανέωσης εντάσσουμε και το θέμα της δημιουργίας ικανού αριθμού θέσεων μεταδιδακτορικών υποτρόφων με ενισχυμένες υποτροφίες, ώστε, εκτός των άλλων, να αποφευχθεί η αιμορραγία προς το εξωτερικό άξιων ερευνητών-αποφοίτων των μεταπτυχιακών μας προγραμμάτων. Επειδή δε θεωρούμε ότι πρέπει να βελτιωθεί τόσο το καθεστώς των αμοιβών όσο και της γενικότερης μεταχείρισης των συμβασιούχων Διδασκόντων, προτείνουμε τη μετατροπή των θέσεων των συμβασιούχων του ΠΔ 407/1980 σε θέσεις μεταδιδακτόρων, ενός θεσμού διεθνώς καθιερωμένου και επιτυχώς εφαρμοσμένου.

Αναφορικά με τα εκλεκτορικά σώματα θεωρούμε πως η ύπαρξη των εξωτερικών εκλεκτόρων είναι θετικό βήμα, το οποίο όμως ακυρώνεται από το πλήθος των εκλεκτορικών σωμάτων και την έλλειψη των απαραίτητων προϋποθέσεων συμμετοχής σε αυτά (αποζημειώσεις για τη συμμετοχή, εξοδα μετακίνησης και διαμονής και τρόπος καταβολής τους). Πιστεύουμε πως το πλήθος των μελών του εκλεκτορικού σώματος θα πρέπει να κινείται στο μέσο όρο των εκλεκτορικών, που σχηματίζονται στα Πανεπιστήμια των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Χωρών.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Χωρίς να υποτιμούμε καθόλου την έρευνα, θεωρούμε ότι είναι εκ παραλλήλου αναγκαίο να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες για την ανανέωση των μεθόδων διδασκαλίας και μάθησης, υπογραμμίζοντας το ρόλο της διδασκαλίας ως ουσιώδους δραστηριότητας των Ιδρυμάτων. Κύρια έμφαση πρέπει, επίσης, να δοθεί στις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών στη διδασκαλία, επιλογή που συνεπάγεται μια ριζική μεταβολή της μαθησιακής διαδικασίας.

Ο φοιτητής κατακλύζεται συνεχώς από νέες πληροφορίες και αποκτά ο ίδιος πρόσβαση -με τις νέες τεχνολογίες επικοινωνίας- στις πηγές της γνώσης. Έτσι, οφείλει να αναπτύξει αναλυτική και κριτική σκέψη καθώς και άλλες δεξιότητες που απαιτούνται για μπορέσει να κάνει τις αναγκαίες επιλογές και την απαραίτητη σύνθεση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο ρόλος του καθηγητή μεταβάλλεται, καθώς καλείται να εμψυχώσει, να κατευθύνει και να υποστηρίξει το φοιτητή και όχι απλώς να του μεταφέρει τη γνώση.

Τρεις δεκαετίες παλαιότερα ήταν η εποχή της εξειδίκευσης στα συστήματα παιδείας σε όλο τον κόσμο. Σήμερα φαίνεται ότι η παγκόσμια σκέψη έχει μετακινηθεί προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης της εξειδίκευσης επάνω σε ένα πολύ σοβαρό υπόβαθρο γενικής κλασικής και επιστημονικής παιδείας.

Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, παρά τα χρήματα που δόθηκαν από το 1ο και το 2ο ΕΠΕΑΕΚ, πολλά προγράμματα σπουδών αποτελούν απλά τη συνισταμένη των προτιμήσεων και των στενών γνωστικών πεδίων των μελών ΔΕΠ του Τμήματος. Παράμετροι όπως σύνδεση με τις διεθνείς επιστημονικές και εκπαιδευτικές εξελίξεις, σύνδεση με την αγορά εργασίας και τις τάσεις αυτής, εθνικές προτεραιότητες, στόχοι και σκοπιμότητες, λαμβάνονται υπ’ όψη με πολύ μικρούς συντελεστές βαρύτητας.

Άραγε πόσα ομοειδή Τμήματα έχουν οργανώσει ημερίδες ή άλλες διαδικασίες ανταλλαγής απόψεων πάνω στα προγράμματα των σπουδών, που προσφέρουν; Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε πολύ, εκτός των άλλων, στη σημερινή εποχή της εξειδίκευσης, σε θέματα συμπληρωματικότητας των δεξιοτήτων των αποφοίτων, ανά επιστημονική και/ή επαγγελματική περιοχή. Επίσης, θα συνέβαλλε ουσιαστικά στη διευκόλυνση αφενός της επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων αλλά και αφετέρου της επίτευξης επάρκειας επιστημονικού δυναμικού σε όλο το φάσμα των απαιτήσεων της αγοράς και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας.

Η ορθή εφαρμογή μιας ειλικρινούς διαδικασίας αξιολόγησης σίγουρα θα διμορφώσει πολλές προτάσεις επίλυσης όλων αυτών των θεμάτων, προτάσεις με αποδέκτες όχι βέβαια μόνο τα Ιδρύματα, αλλά εξ ίσου, ίσως και περισσότερο, την Πολιτεία – και δεν εννοούμε μόνο το Υπουργείο Παιδείας. Όμως, παράλληλα με τις όποιες διαδικασίες αξιολόγησης, η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώσει τις συνθήκες εκείνες, μέσα από τις οποίες θα καλυφθούν οι ανάγκες που η αξιολόγηση θα αναδείξει.

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ – ΕΡΕΥΝΑ

Ήδη λειτουργούν στη χώρα µας κοντά στα 250 Προγράµµατα Μεταπτυχιακών Σπουδών, τα οποία προσφέρουν πάνω από 500 Μεταπτυχιακά Διπλώµατα Ειδίκευσης και στα οποία ετησίως φοιτούν πάνω από 12000 φοιτητές και φοιτήτριες. Όμως, αα περισσότερα από αυτά τα προγράμματα αντιμετωπίζουν έντονο πρόβλημα βιωσιμότητας, ορισμένα μάλιστα έχουν προχωρήσει σε προσωρινή αναστολή της λειτουργίας τους λόγω στενότητας ή παντελούς έλλειψης πόρων.

Αυτές οι πρωτοβουλίες είναι εξαιρετικά σηµαντικές και απαιτούν τη συνεχή παρέµβαση και υποστήριξη της πανεπιστηµιακής κοινότητας για τη βελτίωση του συστήµατος. Παράλληλα όμως, σηµαντικές πρωτοβουλίες επιβάλλεται να αναληφθούν από την Πολιτεία για τις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές, για την καλλίτερη οργάνωση των Μεταπτυχιακών Σπουδών, την εισαγωγή μηχανισμών αξιολόγησης, την επιλεκτική ίσως προώθηση κάποιων κατευθύνσεων, που κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές και κρίσιμες για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Κυρίως όμως απαιτείται η εξεύρεση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, ώστε να διασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο διεθνώς ανταγωνιστικών Μεταπτυχιακών Σπουδών.

Για την προώθηση της έρευνας στην πατρίδα μας μεταξύ των άλλων δράσεων, που θα πρέπει να αναληφθούν, θεωρούμε ότι θα πρέπει

άμεσα να αυξηθεί το απαράδεκτα μικρό ποσοστό του ΑΕΠ, που κατευθύνεται προς την έρευνα και ειδικά τη βασική,

να δημιουργηθεί από την Πολιτεία ενιαίος φορέας διαμόρφωσης και άσκησης της ερευνητικής πολιτικής,

να αναβαθμισθούν εκπαιδευτικά και οικονομικά οι διδακτορικές σπουδές,

να θεσμοθετηθεί και να εφαρμοσθεί σε σημαντική κλίμακα ο ρόλος του αμειβόμενου Μεταδιδάκτορα Ερευνητή, ώστε να μειώσουμε σε λογικά για μια αναπτυγμένη χώρα επίπεδα τη διαρροή νέων διδακτόρων προς το εξωτερικό,

να ενισχυθεί κατά μόνιμο και θεσμικό τρόπο η συγκρότηση μεγάλων ερευνητικών ομάδων – δικτύων από ερευνητές διαφόρων πανεπιστημίων της ημεδαπής αλλά και της αλλοδαπής,

να καθιερωθούν χρηματικά και μη κίνητρα για τους ερευνητές,

να διαμορφωθεί πολιτική διασύνδεσης με διαφάνεια και κανόνες της έρευνας με τις επιχειρήσεις, την αγορά και γενικότερα την κοινωνία,

να επιδιωχθεί η με θεσμικό τρόπο επέκταση και εμβάθυνση της συνεργασίας με το ακαδημαϊκό και ερευνητικό δυναμικό της Ελληνικής Διασποράς.

Η Ελλάδα αποτελεί ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα παγκοσμίως, που διαχωρίζει τη διαχείριση της Έρευνας από αυτή της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η δημιουργία Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας θεωρούμε ότι αποτελεί μια από τις προφανείς απαιτήσεις της εποχής μας.

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ

Η θέση μας για το νόμο περί Διασφάλισης της Ποιότητας των Πανεπιστημίων είναι γνωστή. Πρόκειται για ένα νόμο με ατέλειες και ασάφειες. Παράλληλα όμως θεωρούμε ότι θα πρέπει επιτέλους και στην Ελλάδα να αρχίσει να λειτουργεί η διαδικασία αξιολόγησης, η οποία σε άλλες χώρες, ακόμα και λιγότερο αναπτυγμένες, μετρά αρκετές δεκαετίες ζωής.

Η αξιολόγηση δεν είναι μια «ουδέτερη» διαδικασία, απλώς βασιζόμενη επί δεικτών. Ένα σύστημα αξιολόγησης στοχεύει στη θεραπεία των προβλημάτων και των αδυναμιών, με απώτατο στόχο την αυτογνωσία και την ενδογενώς υποστηριζόμενη βελτίωση και όχι την «τιμωρία», ενισχύοντας βεβαίως τη διαφάνεια και υποστηρίζοντας την κοινωνική λογοδοσία -ουσιαστική διαδικασία για ένα Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Θα πρέπει να συμβάλουμε στην ανάπτυξη ενός «Πολιτισμού Διασφάλισης της Ποιότητας» στον ακαδημαϊκό χώρο αλλά και στο Κράτος, καθώς Αξιολόγηση χωρίς υποστήριξη και συνεπή τήρηση συμφωνιών μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών δεν μπορεί να λειτουργήσει και να αποδώσει.

Μας προβληματίζει έντονα η επόμενη μέρα της «πρώτης φάσης της αξιολόγησης» των Πανεπιστημίων. Κυρίως δε μας απασχολεί το γεγονός ότι η Πολιτεία δεν φαίνεται να δείχνει ουσιαστικό και πρακτικό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της διαδικασίας πιστοποίησης της ποιότητας των Ιδρυμάτων προς όφελος του όλου οικοδομήματος.

Προκειμένου να λειτουργήσει σωστά ένα σύστημα αξιολόγησης, πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο ενός κεντρικού σχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που να περιέχει τους εθνικούς στόχους, τα μέτρα για την επίτευξή τους, τους δείκτες για την παρακολούθησή του, τους εγγυημένους πόρους για την πραγματοποίησή του.

Κάθε ίδρυμα πρέπει να εξειδικεύσει αυτό το σχέδιο με ένα εγγυημένο επιχειρησιακό σχέδιο που να καλύπτει επιμέρους προτεραιότητες, εκμετάλλευση των διαθεσίμων του, έλεγχο του αριθμού εισακτέων και της διαδικασίας εισαγωγής. Παράλληλα πρέπει να θεσμοθετηθούν διαδικασίες παρακολούθησης, ελέγχου, κριτήρια και κυρίως σύστημα ενίσχυσης σε θεσμικά μέτρα, κίνητρα και αντικίνητρα.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες αυξήθηκε δραστικά τόσο ο αριθμός των φοιτητών όσο και των νέων Ιδρυμάτων Ανωτάτης Εκπαίδευσης. Τούτο ήταν μια θετική εξέλιξη. Πραγματοποιήθηκε όμως χωρίς τον κατάλληλο στρατηγικό σχεδιασμό. Απαιτείται λοιπόν ένας αξιόπιστος επανασχεδιασμός του συνολικού πανεπιστημιακού οικοδομήματος.

Ειδικά τα περιφερειακά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν πολλά και ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ μόνιμου και επί συμβάσει διδακτικού προσωπικού, οι ιδιαίτερα αντίξοες και πολλές φορές οικονομικά ασύμφορες συνθήκες διαβίωσης, οι σημαντικές ελλείψεις υποδομών, η ανυπαρξία σε αρκετές περιπτώσεις ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, κλπ. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα Πανεπιστήμια που δεν έχουν ακόμα αυτοδιοικηθεί και ιδιαίτερα στην κατάσταση που επικρατεί στο ΕΑΠ (καθυστερήσεις στις διαδικασίες εκλογών και εξελίξεων, κλπ.).

Θεωρούμε ότι θα πρέπει άμεσα να επαναθεσμοθετηθούν ειδικά κίνητρα προσέλκυσης και παραμονής, που για ανεξήγητο λόγο και με άδικο τρόπο αφαιρέθηκαν από τους συναδέλφους των περιφερειακών Πανεπιστημίων, ως ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της υπεράνθρωπης προσπάθειας που καταβάλλουν για να αναδείξουν – σε αρκετές περιπτώσεις- το Ίδρυμά τους σε αξιοζήλευτο επίπεδο.

Η κατάσταση που επικρατεί στα περιφερειακά ΑΕΙ αποτελεί ακριβώς το αποτέλεσμα της μη ύπαρξης κεντρικού σχεδίου για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Τα Ιδρύματα αυτά έχουν αφεθεί κυριολεκτικά στην τύχη τους. Πρωτοβουλίες, ηρωικές προσπάθειες για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά τους δυστυχώς ακυρώνονται από την πολιτική κατανομής πόρων και προσωπικού του ΥπΕΠΘ, που μέσω των σχετικών κριτηρίων οδηγεί στην απομάκρυνση των Περιφερειακών Πανεπιστημίων από τον εθνικό μέσο όρο.

Πολλά Τμήματα θεωρούνται από το προσωπικό τους ως ενδιάμεσα εφαλτήρια προς τα κεντρικά Πανεπιστήμια ενώ η στρεβλή συγκρότησή τους οδηγεί σε μερικές περιπτώσεις σε διαμόρφωση πελατειακού περιβάλλοντος χωρίς ακαδημαϊκές συνήθειες και ήθη. Η στελέχωσή τους σχεδόν αποκλειστικά από διδάσκοντες του ΠΔ407 ή έκτακτο προσωπικό με χαμηλές αμοιβές και αμφίβολα προσόντα οδηγεί στην εμπέδωση μιας νοοτροπίας ελάχιστων προσδοκιών και ουσιαστικά ενός περιβάλλοντος διδακτηρίου.

Η πρόσφατη δραματική μείωση των βάσεων εισαγωγής σε Τμήματα Περιφερειακών Πανεπιστημίων, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις για τα Κολέγια, οι οποίες εκτιμάται ότι – λόγω σαφώς χαμηλότερου οικονομικού κόστους – θα οδηγήσουν πολλές ελληνικές οικογένειες να προτιμήσουν σπουδές στο όποιο Κολέγιο αντί στο δημόσιο περιφερειακό Πανεπιστήμιο, οδηγεί στην απαισιόδοξη πρόβλεψη ότι σε λίγα χρόνια θα υπάρξουν Τμήματα Περιφερειακών Πανεπιστημίων χωρίς εισακτέους. Η πρόβλεψη αυτή οδηγεί στην ανάγκη να εξεταστεί ο ενδεχόμενος ανακαθορισμός της δομής των αντίστοιχων Ιδρυμάτων.

ΚΕΝΤΡΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΚΕΝΤΡΑ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ)

Στο χώρο της Μέσης Εκπαίδευσης υπήρχαν κάποτε τα Πρότυπα Σχολεία, Βαρβάκειο, Πειραματικό, κλπ. Αυτά όλα ως θεσμός και αντίληψη καταργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του `80. Σήμερα βλέπουμε με λύπη μας, επειδή αρνούμαστε να εθελοτυφλούμε, ότι σημαντικό μέρος της αποστολής και των στόχων αυτών των δημόσιων σχολείων υλοποιείται από διάφορα Ιδιωτικά Κολέγια και Εκπαιδευτήρια.

Πολλά προφανή αρνητικά στοιχεία αναδεικνύονται από αυτό το γεγονός για το σύνολο της ελληνικής Παιδείας, όπως αποκλεισμός των ασθενέστερων τάξεων από την πρόσβαση στα επιστημονικά πεδία αιχμής, κλπ.

Στο χώρο της Ανωτάτης Εκπαίδευσης δεν υπήρχε κάτι ανάλογο, αφού οι οικονομικά ισχυρότεροι μπορούσαν να καταφύγουν στα πολύ γνωστά και έγκυρα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα Πανεπιστήμια, κάτι που συνεχίζεται στις μέρες μας, ίσως δε και με αυξημένους ρυθμούς. Εκτιμούμε ότι, για να κατακτήσει μια διακριτή ταυτότητα το ελληνικό ακαδημαϊκό σύστημα, θα πρέπει σε ορισμένους προσεκτικά επιλεγμένους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας να αποκτήσει την πρωτοπορία σε διεθνές επίπεδο. Έτσι συγχρόνως, θα αποτελέσει ένα διακριτό πόλο έλξης για τον ευρύτερο περίγυρο. Η δημιουργία Κέντρων Εξαιρετικής Εκπαίδευσης (Κέντρων Αριστείας), ίσως σε πρώτη φάση στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών, θα μπορούσε να απαντήσει σε ένα τέτοιο ζητούμενο.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

Η θεσμική σύνδεση και ουσιαστική αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού του ελληνισμού της διασποράς, των κοινοτήτων των Ελλήνων, ανά τον κόσμο, θεωρούμε ότι θα έπρεπε να αποτελεί μέλημα του Ελληνικού κράτους από πολλές δεκαετίες, ίσως από συστάσεώς του. Οπωσδήποτε δε θα έπρεπε να αποτελεί τμήμα μιας διαχρονικής εθνικής πολιτικής για την Παιδεία.

Ειδικά σήμερα, που βιώνουμε την εποχή της πληροφορίας και των επικοινωνιών, κάτι τέτοιο θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Θεωρούμε ότι η καλά σχεδιασμένη συμβολή των Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς σε όλο το φάσμα των δράσεων, ιδιαίτερα στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, θα είχε πολύ θετικά αποτελέσματα και ικανοποιεί πολλαπλούς εθνικούς στόχους.

Ειδικότερα στην ανάπτυξη και διεθνή ανταγωνιστικότητα των μεταπτυχιακών σπουδών ειδίκευσης και διδακτορικού, η παρουσία και ευέλικτη μεταχείριση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού θεωρείται καθοριστικής σημασίας. Χώρες με λιγότερο επιστημονικό δυναμικό στη διασπορά έχουν αναπτύξει πολύ παραγωγικούς μηχανισμούς αξιοποίησης ή μάλλον ουσιαστικού και δυναμικού επαναπατρισμού. Τις εμπειρίες αυτών των χωρών θα ήταν καλό να διερευνήσουμε και ενδεχομένως να αξιοποιήσουμε.

Άλλωστε, οι άνθρωποι αυτοί έχουν, πιστεύουμε δε ότι και οι ίδιοι το νιώθουν, ένα ανεκπλήρωτο εθνικό χρέος, στην εξόφληση του οποίου θα πρέπει η ελληνική Πολιτεία, με κατάλληλες θεσμικά κατοχυρωμένες ακαδημαϊκές διαδικασίες, να συμβάλει τα μέγιστα.

ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΟΜΗΣ

Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι τα σημερινά ιδρύματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης αποτελούν πολύπλοκους οργανισμούς ταγμένους να λειτουργούν μέσα σ’ ένα παλαιό-γραφειοκρατικό θεσμικό πλαίσιο. Το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας αναπτυξιακός οργανισμός με πολλαπλές δυναμικές. Η σύγχρονη αντίληψη οργάνωσης θα πρέπει να πηγάζει από τις πρακτικές των Επιστημών της Διοίκησης και να ενσωματώνει τεχνικές και θεωρίες από το χώρο της Πληροφορικής και της Επιστήμης των Επικοινωνιών. Συγκεκριμένα, πιστεύουμε ότι:
Η δομική αναδιάρθρωση του διοικητικού τομέα θα πρέπει να αποτελέσει μέρος της γενικότερης αναδιάταξης του χώρου. Η σημερινή διοικητική δομή θα πρέπει να αντικατασταθεί με επιτελικές μονάδες στο επίπεδο του Ιδρύματος για όλες τις βασικές δράσεις.
Η διαρκής και πολύμορφη επιμόρφωση του υπάρχοντος διοικητικού προσωπικού σε διάφορα σχετικά θέματα, θεωρούμε ότι είναι πρωταρχικής σημασίας. Βέβαια, η όποια επιμόρφωση θα πρέπει να γίνεται σε όρους πραγματικούς και με έλεγχο του αποτελέσματος. Η διαδικασία της Αξιολόγησης θα κληθεί και εδώ να παίξει κάποιο ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.
Αν και είναι γνωστό ότι στην ελληνική αγορά υπάρχουν ελάχιστα έμπειρα στελέχη περί την διοίκηση των Ιδρυμάτων, εντούτοις αποτελεί γενική διαπίστωση ότι η παρουσία υψηλού επιπέδου στελεχών θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στην αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό της διοικητικής δομής των Ιδρυμάτων.
Η προώθηση μιας προγραμματισμένης και καλά σχεδιασμένης κινητικότητας του Διοικητικού Προσωπικού σε προσεκτικά επιλεγμένα Πανεπιστήμια του ευρωπαϊκού και διεθνούς χώρου, τα οποία παρουσιάζουν υψηλό βαθμό οργάνωσης, θα μπορούσε να αποφέρει κάποια άμεσα αποτελέσματα.
Η οργάνωση σεμιναρίων και μικρών κύκλων μαθημάτων στις περί τη διοίκηση των Ιδρυμάτων επιστήμες, με συμμετοχή έμπειρων στελεχών και από το εξωτερικό, θα μπορούσε να έχει μια αντίστοιχη θετική συμβολή.
Η καθιέρωση κάποιων κινήτρων, όχι αναγκαστικά μόνο οικονομικών, θα μπορούσε να βελτιώσει το επίπεδο της απόδοσης.

ΚΟΛΕΓΙΑ – ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – ΟΔΗΓΙΑ 2005/36ΕΚ

Οι θέσεις μας σε αυτό το πολύπλευρα σημαντικό αλλά και επίκαιρο θέμα αναδεικνύονται με σαφήνεια από τα ακόλουθα σημεία:

Είναι προφανές ότι στην εποχή της κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου, αποτελεσματικού και ευέλικτου συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης σε πολλά επίπεδα. Έτσι γίνεται φανερό ότι η θέση για άμεσο κλείσιμο των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών στερείται κάθε πολιτικής και κοινωνικής υπευθυνότητας.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι ο Νόμος για τα Κολέγια που ψηφίσθηκε το καλοκαίρι, συνιστά ένα πρώτο αλλά πολύ άτολμο και ιδιαίτερα ελλιπές βήμα, όσον αφορά το ξεκαθάρισμα της κατάστασης στο επίπεδο της Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, με την καταρχήν υπαγωγή των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών στον έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας αντί του Υπουργείου Εμπορίου.

Όμως, ο Νόμος αυτός στην ουσία ρυθμίζει κάποια θέματα που αφορούν κυρίως 40-50 Κολέγια, ενώ ελάχιστα αναφέρεται στα υπόλοιπα περίπου δυόμισι χιλιάδες Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, συντηρώντας έτσι τη γενική αταξία στο μεταλυκειακό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η διαδικασία καθώς και τα όργανα ελέγχου των ΚΕΣ εγείρουν σειρά ερωτημάτων όσον αφορά την εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα τους. Τέλος, το κεντρικό θέμα που αναδύεται μέσα από αυτό το Νόμο, προκύπτει από το Άρθρο 10, με το οποίο ουσιαστικά ιδρύονται Ιδιωτικά (κερδοσκοπικά!) Πανεπιστήμια στην Ελλάδα – τα αποκαλούμενα Κολέγια.

Έτσι λοιπόν, το άρθρο 10 αλλά και γενικότερα ο νόμος:
Συνιστά ένα ανοικτό σοβαρό συνταγματικό πρόβλημα,
εισάγει έναν «εκπαιδευτικό πολιτισμό» με ιδιαίτερα έντονα τα στοιχεία αποικιακού χαρακτήρα: Ίσως αποτελεί παγκόσμια αλλά σίγουρα είναι ευρωπαϊκή πρωτοτυπία το γεγονός της ακαδημαϊκής πιστοποίησης ενός ιδιωτικού Εκπαιδευτικού Οργανισμού της Ελλάδας από το οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο(!), οποιασδήποτε χώρας της Ενωμένης Ευρώπης (!!).
Όλα αυτά γίνονται τη στιγμή, που στην υπόλοιπη Ευρώπη (Ενωμένη και Μη) διεξάγεται ένας ευρύτατος και εντονότατος διάλογος, λαμβάνονται πρωτοβουλίες και πραγματοποιούνται δράσεις, υλοποιούνται προγράμματα σε όλα τα επίπεδα για το μέλλον της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης. Στις ελάχιστες χώρες (π.χ. Πορτογαλία, Ρουμανία, Κύπρος, κ.α.) όπου δραστηριοποιούνται Ιδιωτικά Πανεπιστήμια γίνεται προσπάθεια από την Πολιτεία να αναθεωρηθεί εκ βάθρων το σύστημα της προβληματικής λειτουργίας τους ή ακόμα και αυτή η ίδια η ιδέα της ύπαρξής τους.

Θεωρούμε ότι το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει στην απόσυρση του άρθρου 10 του Νόμου για τα Κολέγια, παράλληλα όμως θα πρέπει με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα να παρέμβει στο χώρο της Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης για να εκλείψουν τα ποικίλα αρνητικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, θα πρέπει – μέσα από αξιόπιστες, ανεξάρτητες και ποιοτικές διαδικασίες να ελέγξει, αξιολογήσει και πιστοποιήσει τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών.

Για να μη φθάσουμε στο σημείο της αναγνώρισης των πάντων χωρίς κανόνες και όρια θα πρέπει στα πλαίσια της τελευταίας Οδηγίας 2005/36/ΕΚ να κινηθούμε άμεσα σε πολλά επίπεδα. Μεταξύ άλλων θεωρούμε ότι επιβάλλεται να γίνουν τα ακόλουθα:

α) Να μελετηθούν οι προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες οφείλουμε να αναγνωρίσουμε επαγγελματικά προσόντα. Εδώ σημαντικό ρόλο έχουν και οι επαγγελματικοί φορείς,

β) Να εξαντληθούν τα περιθώρια, που έχουμε ως χώρα για την επιβολή πρόσθετων αντισταθμιστικών μέτρων,

γ) Επειδή από τα μέχρι τώρα στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα – λόγω της μαζικότητας του φαινομένου – είναι ίσως η μόνη χώρα της Ε.Ε. (Η Ισπανία αντιμετωπίζει σχετικό αλλά ήσσονος σπουδαιότητας πρόβλημα), της οποίας το σύστημα της (Δημόσιας) Ανώτατης Εκπαίδευσης φαίνεται να πλήττεται σημαντικά και μάλιστα στον κεντρικό του πυρήνα – πράγμα που αντιβαίνει στα άρθρα 149, 150 της Συνθήκης ΕΚ – η Πολιτεία, τα Κόμματα και όλοι οι εμπλεκόμενοι Επαγγελματικοί και άλλοι φορείς θα πρέπει να παρέμβουν πολιτικά στην Ε.Ε. και να ζητήσουν την έναρξη επαναδιαπραγμάτευσης, που θα οδηγήσει στην αντικατάσταση της τελευταίας Οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

Η χιονοστιβάδα των εξελίξεων, που αναμένεται να προκύψουν από την εφαρμογή της Οδηγίας στο Εκπαιδευτικό Σύστημα της χώρας μας εγείρει ένα τεράστιο πολιτικό θέμα, το οποίο υπερβαίνει τα στενά νομικά κοινοτικά πλαίσια και επιβάλει την επανεξέταση των δεδομένων. Θεωρούμε ότι υπάρχουν πολιτικές ευθύνες στην Ελληνική Πολιτεία, που δεν παρενέβη κατά τη μακρά περίοδο που διαμορφωνόταν η νέα Οδηγία 2005/36/ΕΚ, ώστε να ενσωματωθούν σ’ αυτήν οι ιδιαιτερότητες του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος.

Τα λάθη αυτά δεν πρέπει να συνεχίζονται! Στο όνομα της οδηγίας περί αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων υπάρχει κίνδυνος ισοπέδωσης μεταξύ χωρών με τεράστιες διαφορές στα εκπαιδευτικά τους συστήματα και παραβλέπεται η αρμοδιότητα κάθε χώρας να ρυθμίζει το σύνολο της εκπαιδευτικής πολιτικής στο έδαφός της.

ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

Όλοι γνωρίζουμε τόσο τις προβληματικές και αμφιλεγόμενες αρχικές συνθήκες όσο και την παγκόσμια μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του θεσμού του δωρεάν συγγράμματος. Αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι το κρατικοδίαιτο δωρεάν σύγγραμμα βοήθησε σημαντικά στην εμφάνιση κάποιας – σε ορισμένες περιπτώσεις – ιδιαίτερα αξιόλογης επιστημονικής βιβλιογραφίας, είτε στη μορφή μεταφράσεων, είτε καθαυτό ελληνικής. Οι ρυθμίσεις που έγιναν με τον τελευταίο Νόμο δεν αλλάζουν ουσιαστικά την κατάσταση. Θεωρούμε όμως ως θετική τη ρύθμιση που αντικαθιστά το μοναδικό σύγγραμμα από τη λίστα συγγραμμάτων που προτείνει ο Τομέας, όπου βέβαια αυτό το μέτρο αποκτήσει πρακτική σημασία.

Η μόνη ακαδημαϊκά αποδεκτή λύση – και ισχύουσα διεθνώς – είναι αυτή της δημιουργίας σύγχρονων έντυπων και ηλεκτρονικών Πανεπιστημιακών Βιβλιοθηκών ικανών να ανταποκριθούν στις ανάγκες των φοιτητών – προπτυχιακών και μεταπτυχιακών – για δανεισμό πολλαπλής βιβλιογραφίας αναφοράς ανά μάθημα.

Παρακολουθούμε την εφαρμογή του νέου νόμου σε αυτό το θέμα κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, έχουμε ήδη διαπιστώσει σοβαρά διαδικαστικά προβλήματα και θα επανέλθουμε στο άμεσο μέλλον με συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η πραγματοποίηση μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής πολιτικής ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις, έντονες αντιδράσεις. Πρώτα και κύρια από τις δυνάμεις της κάθε λογής ακραίας συντήρησης και του πανεπιστημιακού κατεστημένου.

Αποτελεί βαθιά πίστη μας ότι η μαζικοποίηση του πανεπιστημιακού κινήματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες και καθοριστικούς συντελεστές για την ουσιαστική ανάπτυξη και αναβάθμιση του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστημίου. Χωρίς να παραβλέπει κανείς τη σημαντική συμβολή της – άτυπης έστω – Συνόδου των Πρυτάνεων στην προώθηση και ενίοτε επίλυση σημαντικών ζητημάτων των Πανεπιστημίων, θεωρούμε ότι υπάρχουν διακριτοί ρόλοι για τα δύο Σώματα με ιδιαίτερα αυξημένες τις εκατέρωθεν ευθύνες και αρμοδιότητες.

Οι παρενέργειες που παρατηρούνται οφείλονται στη μειωμένη παρουσία του συνδικαλιστικού μας φορέα σε συνδυασμό με τις συχνά ακραία περιθωριακές, συντηρητικές και αναχρονιστικές θέσεις που εκφράζονται από τις κυρίαρχες δυνάμεις της Ομοσπονδίας. Θέσεις, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις συμπυκνώνονται είτε σε ένα «ηρωικό αλλά στείρο ΟΧΙ» ή σε συνθήματα αποδόμησης των όποιων σοβαρών προσπαθειών γίνονται για την αναβάθμιση του δημόσιου ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος και την προσαρμογή του στα διεθνή ακαδημαϊκά πρότυπα.

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Πανεπιστημιακός συνδικαλισμός σήμερα είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες δεν ξεπερνά σε εθνικό επίπεδο το 25% των μελών ΔΕΠ. Επίσης είναι άξιο ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι στις κάθε είδους δραστηριότητες, ιδιαίτερα μάλιστα στα διάφορα συνδικαλιστικά όργανα – δεν παρατηρείται περίσσεια των νεότερων συναδέλφων αλλά ούτε και των συναδέλφων με έντονη παρουσία στις ερευνητικές και άλλες ακαδημαϊκές δραστηριότητες.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις στους σημερινούς συσχετισμούς της Ομοσπονδίας δεν έχουν ανάμεσα στους στόχους τους τη μαζικοποίηση του Πανεπιστημιακού Κινήματος.

Η απώλεια ωρών διδασκαλίας από το ωρολόγιο πρόγραμμα αλλά και η γενικότερη αναστάτωση που χρόνια βιώνουμε δεν είναι αναπληρώσιμη με καμιά άλλη συμπληρωματική ενέργεια. Ένα δυναμικό και συγκροτημένο αγωνιστικό κίνημα μπορεί να βρίσκει εναλλακτικές λύσεις προβολής των αιτημάτων του και διεκδίκησης της επίλυσής τους. Η λύση της αποχής από τα εκπαιδευτικά καθήκοντα ή της «απεργίας» είναι η πλέον ανέξοδη για μας «επαναστατική πράξη», αλλά συγκροτεί μια κατάσταση ιδιαίτερα αρνητική για τη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας.

*****************************************************

Βρισκόμαστε σε μια όντως καθοριστική, σημαντική και δύσκολη χρονική περίοδο για την εξέλιξη και το μέλλον του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστήμιου. Εκτιμώντας ότι

το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο διέρχεται την κρισιμότερη περίοδο από δημιουργίας του – θεσμική, λειτουργική, οικονομική,

το σώμα των Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δασκάλων βρίσκεται στη χειρότερη οικονομική κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών, τη στιγμή μάλιστα, που σήμερα έχει να επιδείξει το υψηλότερο από ποτέ άλλοτε επίπεδο ακαδημαϊκών επιδόσεων και μάλιστα διεθνώς ανταγωνιστικό,

η Πολιτεία επιδεικνύει όχι μόνο αχαρακτήριστη αδιαφορία για όλο το φάσμα των προβλημάτων μας, αλλά ενεργεί και πράττει πολλές φορές σε κατεύθυνση υπονόμευσης και αποδιοργάνωσης του δημόσιου ακαδημαϊκού ιστού,

δηλώνουμε τα ακόλουθα:

Απαιτούμε από τη Κυβέρνηση να ασχοληθεί με τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα των Πανεπιστημιακών Δασκάλων αλλά και τα θεσμικά και οικονομικά προβλήματα του Δημόσιου Πανεπιστημίου.

Καλούμε ΟΛΑ τα πολιτικά κόμματα να συμβάλλουν με όσες δυνάμεις διαθέτουν ώστε να έχουμε Πανεπιστήμια χωρίς εντάσεις, βία και ακρότητες.

Απευθύνουμε γενικό προσκλητήριο προς όλες τις δημιουργικές δυνάμεις των Πανεπιστημιακών Δασκάλων και των Φοιτητών για πλήρη ενεργοποίηση, συμμετοχή και δράση με στόχο ένα αναβαθμισμένο Δημόσιο Πανεπιστήμιο με πλήρη σεβασμό στη Δημοκρατία και την Ακαδημαϊκότητα.

Στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα θεσμικά όργανα των Πανεπιστημίων (Πρυτανείες, Κοσμητείες, Προέδρους, κλπ), τα οποία εργάζονται στην κατεύθυνση της εύρυθμης λειτουργίας, της ανάπτυξης ενός καλού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος και υλοποιούν προγράμματα και πρακτικές σε κατεύθυνση ανάταξης του συστήματος και διεξόδου από τη βαθιά δομική κρίση.

Διαβεβαιώνουμε τους Έλληνες Πολίτες πως η συντριπτική πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Δασκάλων επιτελεί το λειτούργημα τους με συνέπεια και ευθύνη τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην έρευνα αλλά και στη συνολική διαχείριση των ακαδημαϊκών θεμάτων.

—————————————————————————–
Η πραγματοποίηση μιας πολιτικής με τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις, έντονες αντιδράσεις. Πρώτα και κύρια από τις δυνάμεις της κάθε λογής συντήρησης. Υπάρχουν πολλές ομάδες, των οποίων τα συμφέροντα θα θιγούν με άμεση και σαφή συνέπεια την εκδήλωση αντιδράσεων.

Απέναντι σ’ αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να συνταχθούν όλες οι δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις του ακαδημαϊκού χώρου. Φυσικοί σύμμαχοι θα πρέπει να καταστούν όλοι εκείνοι οι συνάδελφοι, που καθημερινά βιώνουν τις αδυναμίες και τις δομικές πλέον ατέλειες του σημερινού συστήματος. Όλες οι ζωντανές δυνάμεις, που προβληματίζονται και αγωνιούν μέσα στα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια για Σύγχρονα Δημόσια Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Τελειώνοντας, πιστεύουμε ότι επιτέλους θα πρέπει να αναπτυχθεί και να εδραιωθεί η Πολιτική και η Ακαδημαϊκότητα μέσα στα Πανεπιστήμια. Η περίοδος της αδράνειας και της αποχής από τα προβλήματα πρέπει να φθάσει στο τέλος της και να τη διαδεχτεί μια νέα περίοδος ενεργού ακαδημαϊκο – πολιτικής δράσης.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε απόλυτα απαραίτητη

Τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης συμπαράταξης στο χώρο των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων με όλες τις ζωντανές, δημιουργικές δυνάμεις του χώρου, και

Την κατοχύρωση και καθιέρωση διαδικασιών που να αναδεικνύουν τα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά του χώρου.

Ως συνέπεια των παραπάνω θα πρέπει να προκύψει η ουσιαστική και ενεργός συμμετοχή στους ανά Πανεπιστήμιο Συλλόγους Μελών ΔΕΠ και στην Ομοσπονδία – ΠΟΣΔΕΠ. Σε μια Ομοσπονδία, η οποία θα αποτελεί τη συνισταμένη όλων των πολιτικο – ακαδημαϊκών δυνάμεων, που δρουν και δημιουργούν μέσα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.

Οφείλουμε όλοι μαζί να συμβάλουμε στην ουσιαστική αναβάθμιση του Ελληνικού Πανεπιστημιακού Συστήματος, ώστε κάποια μέρα να κάνουμε τους Φοιτητές μας υπερήφανους για τα πτυχία τους. Πτυχία έντονα ανταγωνιστικά στην αγορά εργασίας και στις ακαδημαϊκές διαδρομές όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο σκληρό διεθνή χώρο.

*************************************************

Η Κίνηση Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης δηλώνει ότι θα συμβάλει με όλες της τις δυνάμεις, ώστε στο άμεσο μέλλον να αναπτυχθεί ένας δημιουργικός διάλογος, ο οποίος θα οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός νέου, ριζοσπαστικού, συνεκτικού και οραματικού θεσμικού πλαισίου για ένα Σύγχρονο Δημόσιο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
της
ΚΙΝΗΣΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ

Advertisements