Ή, πώς ένας νόμος μπορεί να διαταράξει την έννομη τάξη

21.1.2009

Αστέριος Α. Τέρπος (*)

Από τον τίτλο και μόνο, δεν είναι εύκολο στον ανύποπτο πολίτη να φανταστεί τι μπορεί να κρύβεται στο περιεχόμενο ενός νόμου του Ελληνικού Κράτους. Στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» όμως, είναι ευρέως γνωστό ότι πολλοί νόμοι που ψηφίζονται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο περιέχουν διατάξεις, άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους, παρόλο που αυτό απαγορεύεται ρητά από την παράγραφο 5 του άρθρου 74 του Συντάγματος.

Πώς όμως γίνεται η παράκαμψη της απαγόρευσης του Συντάγματος και η προσθήκη διατάξεων άσχετων με το κύριο αντικείμενο των νόμων; Η απάντηση είναι απλή και δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Η ίδια παράγραφος, με την φράση «σε περίπτωση αμφισβήτησης, αποφαίνεται η Βουλή» επιτρέπει τη «νόμιμη» αδρανοποίηση της απαγόρευσης από την εκάστοτε πλειοψηφία. Κρίνοντας δε, από το περιεχόμενο των νόμων που ψηφίζονται, είναι προφανές ότι η προσθήκη άσχετων διατάξεων είναι ο κανόνας και ότι η κατάχρηση αυτή οδηγεί σε ένα απίστευτο νομοθετικό χάος (δηλαδή, αυτό ακριβώς που ήθελε να αποφύγει η σχετική απαγόρευση).

Ένας τέτοιος νόμος, ψηφίστηκε στη Βουλή στις 16.12.2008 και ακολούθως δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ στα τέλη του περασμένου Δεκεμβρίου. Πρόκειται για το νόμο 3730/2008 με τίτλο «Προστασία ανηλίκων από τον καπνό και τα αλκοολούχα ποτά και άλλες διατάξεις» του Υπουργείου Υγείας & Κ.Α. (ΦΕΚ Α’ 262/ 23.12.2008). Από τα 32 άρθρα του, μόνο τα έξι πρώτα αφορούν στην ουσία του νόμου ενώ τα υπόλοιπα (πλήν του τελευταίου) αφορούν σε άλλες διατάξεις, που είναι άσχετες τόσο προς το κύριο αντικείμενό του όσο και μεταξύ τους.

Στο νόμο αυτό υπάρχουν αρκετές πρόσθετες διατάξεις που χρειάζονται σχολιασμό αλλά εκείνες που είναι αξιοσημείωτες είναι αυτές που αναφέρονται στην ειδίκευση των νέων ιατρών και στις υποχρεώσεις τους σε υπηρεσία υπαίθρου (άρθρα 22 και 23). Οι διατάξεις των άρθρων αυτών έχουν προκαλέσει δικαιολογημένη σύγχυση στους ενδιαφερόμενους και οι έντονες συζητήσεις στο διαδίκτυο (Greek Meds Fora) ξεκίνησαν πολύ πριν ψηφιστεί ο νόμος. Οι συζητήσεις αυτές έχουν να κάνουν με την ανησυχία των νεαρών πτυχιούχων ιατρικής που αδυνατούν να προγραμματίσουν τη ζωή τους, ταλαιπωρούμενοι από πολυετείς αναμονές είτε για να υπηρετήσουν στο αγροτικό είτε για να αποκτήσουν ειδικότητα. Δυστυχώς, αυτό είναι μια από τις συνέπειες του ανύπαρκτου σχεδιασμού και προγραμματισμού, εξ αιτίας του οποίου το πρόβλημα του ιατρικού πληθωρισμού στη χώρα μας διογκώνεται χρόνο με το χρόνο.

Με τις ανωτέρω πρόσθετες διατάξεις του νόμου, το Υπουργείο Υγείας & Κ. Α. επιχείρησε προφανώς να «διορθώσει» κάποια πράγματα. Από ό,τι φαίνεται όμως δημιουργήθηκαν πολλά περισσότερα προβλήματα τα οποία δεν είναι δυνατόν να εκτεθούν σε ένα μικρό άρθρο όπως το παρόν. Δεδομένου ότι προκύπτουν σοβαρές επιπτώσεις στην έννομη τάξη και δεδομένου ότι παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον, θα εστιάσουμε την προσοχή μας στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 22 που ορίζουν ότι:

«Ιατροί που οφείλουν μέχρι έξι (6) μήνες χρόνο ειδικεύσεως, δύνανται, προς ολοκλήρωση του οφειλόμενου χρόνου, με αίτησή τους στην αρμόδια υπηρεσία των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων να τοποθετηθούν ως άμισθοι υπεράριθμοι σε κατάλληλη για τον οφειλόμενο χρόνο κλινική ή εργαστήριο. Ο οφειλόμενος χρόνος δύναται να αφορά είτε το εισαγωγικό είτε το κύριο μέρος της ειδικότητας. Ο αριθμός αυτών των άμισθων υπεραρίθμων ειδικευομένων ανά κλινική ή εργαστήριο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δυο (2).».

Είναι προφανές ότι ο νόμος εισάγει (έστω και προαιρετικά) την «άμισθη εργασία». Ασχέτως δε, το για ποιους λόγους διατυπώθηκαν αυτές οι διατάξεις του νόμου, όπως για παράδειγμα για να διευκολυνθεί και να ρυθμιστεί ο χρόνος αναμονής των ιατρών για ειδικότητα, ένα είναι βέβαιο: “Η θεσμοθέτηση της «άμισθης εργασίας» ειδικευόμενων ιατρών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχύοντες θεσμούς του Ελληνικού Κράτους”. Με άλλα λόγια δηλαδή, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το Σύνταγμα, τις Οδηγίες της Ε.Ε., τους εργατικούς νόμους, τον Αστικό Κώδικα, τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης αλλά και με την έννοια του κατώτατου μισθού των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Η αντίθεση αυτή γεννά πλείστα όσα ερωτήματα αλλά και ερωτηματικά που θα χρειάζονταν ίσως δεκάδες σελίδες για να αναπτυχθούν δεόντως.

– Είναι σύννομη η «άμισθη» εργασία και πώς τεκμηριώνεται αυτή;
– Πώς θα ασφαλιστούν οι «άμισθοι» όταν το Σύνταγμα και οι νόμοι απαγορεύουν την ανασφάλιστη εργασία και όταν η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται με βάση το μισθό;
– Τι θα γίνει όταν οι ενδιαφερόμενοι, αφού συνάψουν τις «άμισθες» συμβάσεις εργασίας, καταφύγουν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας τον «συνήθη μισθό» κατά τα οριζόμενα στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 653); Υπάρχει περίπτωση να μη δικαιωθούν; Και αν δικαιωθούν, δεν θα επιβαρυνθεί τότε ο Προϋπολογισμός (άρα οι φορολογούμενοι) με πρόσθετα κονδύλια (έστω και μετά πενταετία);
– Γιατί δεν αναφέρονται στην Αιτιολογική Έκθεση και στην Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους παρατηρήσεις σχετικά με την «άμισθη» εργασία, αφού ο νέος αυτός «θεσμός» πρόκειται να έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στην έννομη τάξη όσο και στα «μελλοντικά» οικονομικά του Κράτους;
– Γιατί δεν υπήρξε καμία αντίδραση για την «άμισθη» εργασία από τους θεσμικούς παράγοντες της Πολιτείας ή των εργαζομένων;

Είναι προφανές, ότι πριν ψηφισθεί το νομοσχέδιο, τα ερωτήματα για τις επιπτώσεις του δεν απασχόλησαν ούτε τους συντάκτες του, ούτε τους εισηγητές, ούτε τους νομικούς συμβούλους που συνέταξαν την αιτιολογική έκθεση, ούτε τα κόμματα και τους Βουλευτές που το ψήφισαν, ούτε τους Υπουργούς που το υπέγραψαν αλλά ούτε και κανέναν άλλον από όσους, θεσμικούς και μη, παράγοντες διατείνονται ότι προασπίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Επί ένα μήνα (και μέχρι την περασμένη εβδομάδα), εκτός ίσως από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς.

Η ερμηνεία της σιωπής αυτής, και από τόσους πολλούς θεσμικούς παράγοντες, δεν μπορεί παρά να έχει δυο μόνο εκδοχές. Ή να πρόκειται για «συλλογική πρόθεση αποδοχής της άμισθης εργασίας» ή να πρόκειται για το «αθροιστικό αποτέλεσμα της ατομικής αμέλειας» που επέδειξαν όλοι οι θεσμικοί παράγοντες συγχρόνως. Με απλά λόγια: «ή το συμφωνήσανε όλοι μαζί ή κανένας δεν το πήρε χαμπάρι». Επειδή δε, είναι δύσκολο (αλλά όχι αδύνατο) να συνεννοηθούν τόσα πολλά άτομα με τόσα πολλά αντικρουόμενα συμφέροντα και μάλιστα σε ένα τόσο λεπτό αλλά και κραυγαλέο θέμα όπως η «άμισθη» εργασία, η δεύτερη ερμηνεία είναι η πιθανότερη. Θα ήταν ίσως περιττό να πει κανείς, ότι όποια ερμηνεία και αν ισχύει, τα προβλήματα που δημιουργούνται από τη θεσμοθέτηση της «άμισθης» εργασίας είναι σοβαρότατα. Εάν δε, ισχύει το ότι «κανείς δεν το πήρε χαμπάρι», τότε, το ενδεχόμενο να συμβαίνει αυτό σε μεγαλύτερη έκταση, συνιστά μέγιστο κίνδυνο για τη λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος και της έννομης τάξης.

Μόλις σήμερα, το υπουργείο αναγκάστηκε να ανακοινώσει ότι για το άρθρο 22 του νόμου θα προβεί σε νέα νομοθετική ρύθμιση.

Το αν θα αναλάβει κανείς τις ευθύνες για την ανωμαλία που δημιουργήθηκε είναι άγνωστο. Εξάλλου, τι νόημα έχει όταν, ακόμα και αν «τις αναλάβει», ουσιαστικά δεν θα τις πληρώσει;

Τελικά, «Το κάπνισμα μπορεί να βλάψει σοβαρά την υγεία αλλά είναι βέβαιο ότι οι πρόσθετες νομοθετικές διατάξεις μπορεί να τη βλάψουν εξίσου».

************************************

(*) Ο Αστέριος Αγ. Τέρπος είναι Ιατρός Κυτταρολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) στην «Πληροφορική της Υγείας»

Advertisements