Αντιγράφω από την ιστοσελίδα του νέου κόμματος των «Δημοκρατικών»:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Παιδεία

Η παιδεία είναι η σημαντικότερη επένδυση για το μέλλον. Αφορά και προσδιορίζει τους όρους τους συλλογικού μας βίου, την εξέλιξη της κοινωνίας , την πνευματικότητά της και το ήθος της.

Ανώτατη Εκπαίδευση

Τα σημερινά ΑΕΙ-ΤΕΙ πάσχουν από εξαιρετικά σημαντικές δυσλειτουργίες, όπως είναι η μετατροπή του ασύλου σε μηχανισμό καταστροφής των πανεπιστημιακών χώρων, ή άσκηση βίας, η άθλια εικόνα των περισσότερων διδακτικών χώρων, η ευνοιοκρατική και κομματική επιλογή διδακτικού προσωπικού, οι κομματικές και προσωπικές παρεμβάσεις, η ελάχιστη παραγωγή πρωτότυπου ερευνητικού έργου, η ιδιοτέλεια των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων , η πολυ-απασχόληση των καθηγητών σε πολιτικές και διοικητικές θέσεις κλπ.

Η κάθαρση του πανεπιστημιακού χώρου θα πρέπει να προέλθει τόσο με την νομοθετική παρέμβαση του κράτους όσο με πρωτοβουλία των ίδιων των πανεπιστημίων. Θα πρέπει επομένως να ληφθούν άμεσα μέτρα όπως:
α. η κατάργηση του ασύλου για θέματα που δεν σχετίζονται με την διακίνηση των ιδεών, με πλήρη περιφρούρησή του για την διακίνηση των ιδεών (δηλαδή η επιστροφή στην έννοια του ασύλου),
β. η αντικειμενικοποίηση της εκλογής διδασκόντων με σύστημα μοριοδότησης και κριτές από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια,
γ. η κατάργηση της δυνατότητας μεταφοράς μαθημάτων πέραν του ενός επιπλέον έτους, δ. η απαγόρευση ετερο-απασχόλησης των πανεπιστημιακών(θα μπορούν όμως να λαμβάνουν άδεια άνευ αποδοχών και να ασκούν κατά την διάρκειά της άλλο επάγγελμα), ε. η κρίση ανά τριετία και των τακτικών καθηγητών, ζ. ο περιορισμός της συμμετοχής εκπροσώπων των φοιτητικών οργανώσεων στις εκλογές πανεπιστημιακών, που σήμερα λειτουργεί ως πελατειακός μηχανισμός συναλλαγής, η. η κατάργηση της συμμετοχής συγγράμματος του διδάσκοντος στον κατάλογο επιλεγόμενης υποχρεωτικής βιβλιογραφίας κάθε μαθήματος (το οποίο αυτονοήτως προτιμάται από τους φοιτητές). Το σύγγραμμα του διδάσκοντος θα υπάρχει σε ικανό αριθμό στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, αλλά η υποχρεωτική βιβλιογραφία θα καταρτίζεται από εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες με βάση κλασσικά και διεθνώς αναγνωρισμένα έργα, σε ελληνική μετάφραση ή και στο αγγλικό πρωτότυπο, η. υποχρεωτική παρακολούθηση των σεμιναρίων και των βασικών μαθημάτων, που θα καταστεί δυνατή με την σμίκρυνση του αριθμού των εισακτέων, σε συνδυασμό με την σχεδιασμένη ανάπτυξη παραγωγικών σχολών στην επαρχία, όπως αναφέρεται παρακάτω.

Στον χώρο των πανεπιστημίων θα πρέπει τα ΑΕΙ και ΤΕΙ να διασυνδεθούν με την διεθνή έρευνα, να αποκτήσουν διοικητική αυτονομία, να υπόκεινται σε λογοδοσία και συνεχή αξιολόγηση του έργου τους από ειδικευμένους διεθνείς οργανισμούς. Επίσης, είναι απαραίτητη η εξάλειψη του κομματισμού και της βίας στους πανεπιστημιακούς χώρους και ο περιορισμός της έννοιας του ασύλου στην πραγματική, επιστημονική του διάσταση, μακριά από την σημερινή κατάχρησή του, που δίνει το πρόσχημα σε ομάδες βανδάλων να καταστρέφουν την δημόσια περιουσία και να τρομοκρατούν την συντριπτική πλειοψηφία αυτών που θέλουν να σπουδάσουν απερίσπαστα.

Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο έρευνας, με αύξηση των δαπανών για το ερευνητικό έργο και διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και την πραγματική οικονομία, η οποία θα μπορεί να χορηγεί σημαντικό μέρος της έρευνας.

Τα δεκάδες ΤΕΙ και ΑΕΙ των επαρχιών, που ιδρύθηκαν κυρίως βάσει κομματικών και πελατειακών σκοπιμοτήτων, δεν θα καταργηθούν μεν (διότι αυτό θα έπληττε την τοπική οικονομία), αλλά θα μετασχηματισθούν άμεσα σε παραγωγικές σχολές συγκεκριμένων ειδικοτήτων, συναρτημένες με την τοπική οικονομία και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων.

Μεγάλη σημασία για την αναγέννηση της ανώτατης παιδείας είναι η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Τα πανεπιστήμια αυτά, πολλά εκ των οποίων θα μπορούσαν να ιδρυθούν με χορηγίες ομογενών και να στηριχθούν από οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους της τοπικής αυτοδιοίκησης και μη κυβερνητικών φορέων, θα συμβάλουν στην απορρόφηση ανέργων επιστημόνων με υψηλά προσόντα, στον επαναπατρισμό διακεκριμένων Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό, στην συγκράτηση στην χώρα μας χιλιάδων Ελληνοπαίδων που καταφεύγουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στην προαγωγή του στόχου της αριστείας, στην εμπέδωση πνεύματος ευγενούς άμιλλας μεταξύ των ανωτάτων σχολών.

Μέση Εκπαίδευση

Η αλλοτρίωση του σημερινού Λυκείου, που έχει μεταβληθεί σε μηχανισμό αποστήθισης μερικών δεκάδων σελίδων ύλης ολίγων μαθημάτων με σκοπό την εισαγωγή σε κάποια σχολή, πρέπει να δώσει την θέση της στην αναγέννηση της Μέσης Εκπαίδευσης. Αυτό θα επιτευχθεί με την άμεση αποσύνδεση του Λυκείου από την διαδικασία εισαγωγής στα ΑΕΙ.

Όμως, οι Πανελλήνιες έχουν αποδειχθεί ο πλέον αδιάβλητος εξεταστικός μηχανισμός, που τουλάχιστον εγγυάται την ίση μεταχείριση των υποψηφίων. Έτσι, προτείνουμε μία παραλλαγή του παλαιού Ακαδημαϊκού, εμπλουτισμένη με τον αδιάβλητο μηχανισμό των Πανελληνίων: Κάθε Πανεπιστήμιο θα αναλαμβάνει να προσδιορίζει αυτόνομα, κάθε χρόνο, τον αριθμό των εισακτέων, ανάλογα με τις πραγματικές του δυνατότητες(ώστε να παύσει η ετήσια διεύρυνση του αριθμού των εισακτέων με κυβερνητικές αποφάσεις προεκλογικού χαρακτήρα, που οδήγησαν τα πανεπιστήμια στην κατάρρευση). Επίσης θα προσδιορίζει τις βαθμολογικές προϋποθέσεις των υποψηφίων και την εξεταστέα ύλη, μαζί με προτεινόμενη βιβλιογραφία. Στην συνέχεια, την διεξαγωγή των εξετάσεων για κάθε Πανεπιστήμιο θα αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει η Κεντρική Επιτροπή Γενικών Εξετάσεων (ΚΕΓΕ), βάσει των προδιαγραφών που θέτει κάθε σχολή. Κάθε Πανεπιστήμιο θα είναι υποχρεωμένο να προσφέρει ετήσιο πρόγραμμα προετοιμασίας για τις Εισαγωγικές Εξετάσεις, με διδακτική προσφορά του δικού του διδακτικού προσωπικού, ώστε να αντιμετωπιστεί τουλάχιστον εν μέρει η ανάγκη προετοιμασίας των υποψηφίων.

Απαιτείται στη συνέχεια άμεση αναδιοργάνωση και αναβάθμιση του δημοσίου σχολείου, με:
α. την εφαρμογή σύγχρονου, αντικειμενικού και ακριβοδίκαιου συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών,
β. την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση, συνεχή επιμόρφωση και αξιοκρατική εξέλιξη των εκπαιδευτικών,
γ. την δημιουργία πρότυπων σχολείων σε κάθε νομό της χώρας,
δ. την στροφή του εκπαιδευτικού προτύπου προς την διαμόρφωση αυτόνομων και ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων που θα διαθέτουν ανθρωπιστικές αξίες, κριτική σκέψη, αυτοπεποίθηση, γλωσσική επάρκεια, κλασσική παιδεία και ιδανικά και
ε. την ενίσχυση του εκπαιδευτικού συστήματος προς την κατεύθυνση της άρτιας επαγγελματικής και τεχνικής κατάρτισης,
στ. την απόδοση μεγαλύτερης έμφασης στην διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών διότι μόνον έτσι θα γίνει κατανοητή η “λογική” της νέας ελληνικής γλώσσας. Άλλωστε τα αρχαία ελληνικά διδάσκονται στα σχολεία όλου του κόσμου.

Για το εξεταστικό σύστημα, θα πρέπει να δημιουργηθούν στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου κινητοί και εξατομικευμένοι για κάθε μαθητή κύκλοι ενδιαφερόντων, έτσι ώστε κάθε μαθητής-τρια να επιλέγει τα μαθήματα που τον ενδιαφέρουν και να εμβαθύνει σε αυτά με εργασίες και ενεργό συμμετοχή. Επίσης, αντί της θεωρούμενης ως πανάκειας λύσης του «πολλαπλού βιβλίου» (που προέκυψε ως απάντηση στα αδιέξοδα των κακών σχολικών συγγραμμάτων τα οποία οδηγούν στην αύξηση της παραπαιδείας), θα πρέπει να συγγραφούν άριστα βιβλία, δηλαδή βιβλία κατανοητά με παιδαγωγικές προδιαγραφές. Με δεδομένο ότι το παιδαγωγικό ινστιτούτο έχει αποτύχει πλήρως απαιτείται πλήρης ανασχεδιασμός της εκπαιδευτικής πολιτικής και της οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα πραγματικής μόρφωσης στους Έλληνες μαθητές. Παράλληλα, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αισθητική και καλλιτεχνική αγωγή και στις δημιουργικές και εξωστρεφείς δραστηριότητες των μαθητικών κοινοτήτων.

Προσχολικη Αγωγη και Στοιχειωδης Εκπαιδευση

Η πρώτη σχολική εκπαίδευση ή προσχολική αγωγή είναι απαραίτητο να βελτιωθεί δραστικά, με την αναβάθμιση των πτυχίων των βρεφονηπιαγωγών και την εκπόνηση σαφούς προγράμματος σπουδών για το νηπιαγωγείο. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η στελέχωση των βρεφονηπιακών σταθμών και των νηπιαγωγείων με ειδικούς εξελικτικούς ψυχολόγους, με στόχο την έγκαιρη διάγνωση αναπτυξιακών διαταραχών και αποκλίσεων ώστε να υπάρχει και άμεση θεραπεία, αφού στο υπάρχον σύστημα, η συντριπτική πλειοψηφία των διαταραχών διαγιγνώσκεται στο δημοτικό, με αποτέλεσμα και κρίσιμη μεγάλη απώλεια χρόνου.

Η παιδεία πρέπει να οδηγεί σε διαμόρφωση ανεξάρτητα σκεπτόμενων πολιτών, εμπνεόμενων από τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας. Τα παιδιά πρέπει να εξοικειωθούν με την έρευνα, την εργασία και την διατύπωση άποψης ήδη από το δημοτικό και να δοθεί έμφαση όχι στο ένα βιβλίο, αλλά στην δημιουργία δανειστικών βιβλιοθηκών σε κάθε σχολείο. Θα ήταν επίσης σπουδαίο για τους μαθητές να αρχίσουν να ανακαλύπτουν από το δημοτικό τον πλούτο της κλασικής παιδείας η οποία διαμορφώνει ανθρώπους με υψηλά ιδανικά, ενώ εξίσου σημαντικό είναι τα παιδιά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους να εισάγονται στον ελληνικό πολιτισμό και τις τέχνες ώστε να εντυπώνεται η συγκεκριμένη κουλτούρα στην ταυτότητά τους. Αυτό δεν θα πρέπει να σταματά σε καμία από τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

Τα βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να ξαναγραφούν στο σύνολό τους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, καθώς αντιμετωπίζουν τους μαθητές ως υστερούντες, οι γνώσεις που παρέχονται είναι στείρες και σε συνδυασμό με την μη μαθητοκεντρική διδασκαλία που κατά κόρον κυριαρχεί στις ελληνικές αίθουσες, οι διδακτικές ώρες μετατρέπονται σε αδιάφορους αιώνες.

Προτείνουμε την διδασκαλία στοιχείων των ακόλουθων μαθημάτων από την πρώτη δημοτικού: αγωγή του πολίτη, οικολογία και προστασίας του περιβάλλοντος, στοιχεία ελληνικού πολιτισμού και εισαγωγή στις τέχνες. Επιπλέον είναι σημαντική η εισαγωγή στην αρχαία ελληνική από την Πέμπτη Δημοτικού, με μεθόδους ήπιες και φιλικές προς τον μαθητή. Δε μπορούμε να απαιτούμε απ’ τα παιδιά μας να μαθαίνουν μηχανικά ορθογραφία. Οφείλουμε να τους την τεκμηριώνουμε μέσω της αρχαίας ελληνικής προέλευσης. Αφού τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν δεύτερη και τρίτη ξένη γλώσσα ενόσω ακόμη φοιτούν στο δημοτικό είναι σε θέση να μάθουν και πολλές λέξεις, έννοιες και γλωσσικές λειτουργίες των αρχαίων ελληνικών.

Επανίδρυση των πρότυπων σχολείων

Η κατάρρευση του Δημοσίου Σχολείου λειτούργησε όχι μόνον διαλυτικά για τον συνολικό πνευματικό προσανατολισμό και το επίπεδο της Ελληνικής κοινωνίας, αλλά τελικώς ενίσχυσε τις ταξικές διαφορές: τα ευπορότερα στρώματα στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία, ενώ οι λιγότερο προνομιούχοι υφίστανται τις συνέπειες της απαιδείας. Η γενική αναβάθμιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης πρέπει να συνδυασθεί με την αναγέννηση των Προτύπων Σχολείων, που καταργήθηκαν εν ονόματι μίας ψευδο-εξισωτικής ιδεολογίας. Σκοπός των Προτύπων Σχολείων είναι να προσφέρουν δωρεάν παιδεία υψηλού επιπέδου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και να αντισταθμίσουν το πλεονέκτημα των ιδιωτικών σχολείων που διαθέτουν τα εύπορα στρώματα. Ταυτόχρονα, να λειτουργήσουν ως πιλότος για το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος, ρυμουλκώντας το στην κατεύθυνση της ποιότητας. Τέλος, να διαμορφώσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που θα στελεχώσουν την δημόσια διοίκηση, τους κρατικούς μηχανισμούς, την πολιτική, την διπλωματία, τα επιστημονικά ιδρύματα.

Οι αρχές που θα διέπουν την λειτουργία των Προτύπων Σχολείων είναι οι εξής:
1. Οι καθηγητές θα επιλέγονται βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών, όπως βαθμός πτυχίου, μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών, επιτυχημένη πενταετή εκπαιδευτική εμπειρία, γνώση ξένων γλωσσών, ερευνητικό και συγγραφικό έργο. Θα διορίζονται με τριετή θητεία, στο τέλος της οποίας θα αξιολογούνται από αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο. Θα έχουν μειωμένο ωράριο, θα λαμβάνουν επιμίσθιο 20% του μισθού τους, και μετά από δύο επιτυχείς θητείες θα μπορούν να τοποθετούνται ως διευθυντές σε τακτικές σχολικές μονάδες, ώστε να μεταφέρουν εκεί την εμπειρία τους και τις μεθόδους διδασκαλίας των προτύπων. Η διδασκαλία τους στα πρότυπα θα πρέπει να εμπεριέχει στοιχεία διδακτικής πρωτοτυπίας, ανάθεση και διόρθωση εργασιών, ολοκληρωμένη βιβλιογραφικά εφόδια, εξατομικευμένη παιδαγωγική και γνωστική προσέγγιση κάθε μαθητή χωριστά.

2. Οι μαθητές-τριες θα επιλέγονται κατόπιν εξετάσεων στο τέλος της Έκτης Δημοτικού και στο τέλος της Τρίτης Γυμνασίου μεταξύ αριστούχων. Θα εντάσσονται σε ολιγομελή τμήματα, το πολύ δεκαπέντε μαθητών-μαθητριών. Κάθε μαθητή-τρια θα παρακολουθεί έναςtutor, κατά το αγγλοσαξονικό σύστημα, ο οποίος θα τον συμβουλεύει και θα συζητά μαζί του επί εβδομαδιαίας βάσεως. Ο tutor θα διαθέτει ψυχολογικές γνώσεις και παιδαγωγική εμπειρία, θα παρακολουθεί έναν μικρό αριθμό μαθητών-τριών, θα τηρεί φάκελλο με την πρόοδό τους, θα συνεργάζεται στενά με τους διδάσκοντες και τους γονείς τους και θα απαλλάσσεται από άλλες υποχρεώσεις. Θα επιλαμβάνεται προβλημάτων επίδοσης και συμπεριφοράς. Κάθε καθηγητής προτύπου σχολείου θα λειτουργεί ως tutor το ένα από τα τρία έτη κάθε θητεία του.

3. Ο διευθυντής του Προτύπου Σχολείου θα επιλέγεται κατόπιν προκηρύξεως από συμβούλιο, στο οποίο θα μετέχουν δύο εξέχουσες ακαδημαϊκές προσωπικότητες διεθνούς φήμης, δύο Πρυτάνεις Πανεπιστημίων και δύο αρμόδιοι Σχολικοί Σύμβουλοι. Θα πρέπει να είναι διακεκριμένη προσωπικότητα του εκπαιδευτικού χώρου, με υψηλή αξιολόγηση από γονείς, μαθητές και υπηρεσιακούς παράγοντες. Στο σχολείο που θα διευθύνει θα πρέπει να εισαγάγει υψηλά κριτήρια διδασκαλίας και αξιολόγησης, σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους και υποδομές.

4. Τα Πρότυπα Σχολεία θα διακρίνονται σε Κλασσικά και Θετικά. Οι απόφοιτοι θα εισάγονται άνευ εξετάσεων σε ανώτατες σχολές της επιλογής τους.

Αξιολόγηση και Αυτο-αξιολόγηση

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν διαθέτει μηχανισμό αξιολόγησης των εκπαιδευτικών της καθώς και των σχολικών μονάδων. Το σώμα των επιθεωρητών καταργήθηκε το 1982, διότι θεωρήθηκε μηχανισμός ιδεολογικού ελέγχου της κυβερνώσας δεξιάς παράταξης(εν μέρει σωστό, εν μέρει λάθος). Αλλά δεν αντικαταστάθηκε από ένα εναλλακτικό μοντέλο αξιολόγησης. Έτσι, εδώ και 27 χρόνια, η Ελληνική εκπαίδευση βαδίζει χωρίς σύστημα αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο που τα εκπαιδευτικά συνδικαλιστικά σχήματα αρνούνται πεισματικά κάθε αξιολόγηση, επικαλούμενα τις χαμηλές αποδοχές των εκπαιδευτικών(ασφαλώς το επιχείρημα είναι έωλο: ακόμη και τραπεζικοί υπάλληλοι των 700 ευρώ αξιολογούνται αυστηρότατα.

Προτείνουμε, ως εκ τούτου, την εφαρμογή σύγχρονου συστήματος αξιολόγησης, που θα σχεδιασθεί μέ βάση τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: την εξωτερική αξιολόγηση και την αυτο-αξιολόγηση.

Οπωσδήποτε, η εξωτερική αξιολόγηση είναι αναγκαία. Χωρίς αυτήν, οποιοδήποτε σύστημα αυτο-αξιολόγησης θα λειτουργούσε εικονικά και παραπλανητικά. Επομένως, θα συσταθεί σώμα αξιολογητών, που θα διαθέτουν επιστημονική κατάρτιση, τουλάχιστον δεκαετή διδακτική εμπειρία και εξειδικευμένη μετεκπαίδευση στο αντικείμενο της αξιολόγησης. Οι αξιολογητές θα προσλαμβάνονται με βάση το βιογραφικό τους σημείωμα από επιτροπή ακαδημαϊκών.

Η σύγχρονη αντίληψη για την αξιολόγηση εστιάζει την προσοχή της στην συνολική λειτουργία της σχολικής μονάδας, στα αποτελέσματά της και στην λειτουργία της. Λαμβάνει υπόψη της τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων των εμπλεκομένων μερών(μαθητών, δασκάλων, γονέων, στελεχών εκπαίδευσης, ακόμα και περιοίκων). Συνδέει τις επιδόσεις με συγκεκριμένους στόχους, που έχουν τεθεί εκ των προτέρων από τις αρμόδιες αρχές και την κοινωνία. Βασικός στόχος της αξιολόγησης είναι η συνεχής αυτοκριτική και βελτίωση ενός εκπαιδευτικού συστήματος και η ύπαρξη ενός μηχανισμού ανατροφοδότησης και ελέγχου, που θα το οδηγεί σε συνεχείς διορθωτικές αποφάσεις.

Στα πλαίσια της σύγχρονης αντίληψης για την αξιολόγηση, θεωρείται οτι ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται και εξωτερικές και εσωερικές πηγές αξιολόγησης. Η ικανότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος να χρησιμοποιεί τα εργαλεία της αυτο-αξιολόγησης και της αυτο-βελτίωσης θεωρείται δείκτης της υγείας του. Η εξωτερική αξιολόγηση θεωρείται συμπληρωματική προς την αυτο-αξιολόγηση, με την έννοια ότι οι αξιολογητές μπορούν να υποβοηθήσουν την οργάνωση και λειτουργία ενός εσωτερικού μηχανισμού αυτο-αξιολόγησης σε κάθε σχολική μονάδα. Στην αυτο-αξιολόγηση συμμετέχουν μαθητές, δάσκαλοι, γονείς, διεύθυνση, απαντώντας σε συγκεκριμένα ερωτήματα εκπλήρωσης των προσδοκιών που κάθε μία από αυτές τις ομάδες έχει θέσει για τον εαυτό της και τις άλλες ομάδες, ξεκινώντας από την υλικοτεχνική υποδομή και φθάνοντας στην ψυχική επαφή μεταξύ των προσώπων.

Ορισμένα δεδομένα της αυτο-αξιολόγησης είναι α. η πεποίθηση ότι ο εκπαιδευτικός που έχει επίγνωση της σημασίας του λειτουργήματός του χρειάζεται την αυτοκριτική, όπως και την εξωτερική κριτική, ως εργαλείο συνεχούς βελτίωσής του, β. η υποχρέωση κάθε σχολικής μονάδας να δίνει αναφορά στην κοινωνία που το χρηματοδοτεί και του εμπιστεύεται τα παιδιά της, γ. η διαμόρφωση κριτηρίων διδασκαλίας και η ανάπτυξη ειδικών γνώσεων για τον χειρισμό των διαφορετικών προβλημάτων κάθε μαθητή, που αποτελεί μία εντελώς ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Advertisements