Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να διερευνήσει τα αίτια πίσω από το φαινόμενο των μαθητικών καταλήψεων μέσω μια εμπειρικής έρευνας με ερωτηματολόγιο σε 3830 μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των Ιωαννίνων, της Ηγουμενίτσας, και της Κέρκυρας. Η έρευνα διενεργήθηκε στις αρχές του 1993.

Μερικά ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας:

* Οι μισοί περίπου μαθητές ασπάζονται τη θέση ότι όποιος αποφασίζει να τηρήσει τους νόμους δεν μπορεί να είναι αγωνιστής.
* Το ένα τρίτο περίπου διαφωνούν με την άποψη ότι κάθε παραβάτης του νόμου, συνεπώς και οι αγωνιστές που τον παραβαίνουν, πρέπει να τιμωρούνται.
* Πάνω από τους μισούς διαφωνούν με το επιχείρημα ότι οι καταλήψεις είναι πράξεις απαράδεκτες από ανθρώπους που σέβονται το νόμο.
* Το 85% συμφωνούν ή μάλλον συμφωνούν ότι οι καταλήψεις είναι δημοκρατικές πράξεις αρκεί να αποφασίζονται από την πλειοψηφία των μαθητών.
* Το 80% διαφωνεί ότι η κατάληψη είναι πράξη βίας
* Το 75% είναι αντίθετο στην ιδέα ότι οι καταλήψεις υποκινούνται από εξωσχολικούς παράγοντες
* Περίπου οι μισοί έχουν πάρει μέρος σε τουλάχιστον μια κατάληψη. Ένα άλλο 1/3 δεν έχει πάρει μέρος αλλά συμπαθεί. Αυτοί που «διαφωνούν ριζικά» με τις καταλήψεις είναι γύρω στο 20%.
* To 74% πιστεύει ότι δεν μπορείς να τιμωρήσεις τους μαθητές που πρωτοστατούν σε μια κατάληψη, γιατί αυτό σημαίνει ποινικοποίηση του σχολείου.
* Η «ετοιμότητα για καταλήψεις» συσχετίζεται θετικά με την ηλικία, την επιτρεπτικότητα των γονέων, τον συνδικαλιστικό προσανατολισμό, τη ριζοσπαστικότητα στην κοινωνική κριτική, κτλ.

Και πολλά άλλα.

Το συμπέρασμα που βγαίνει (σελ. 198) είναι ότι το φαινόμενο «καταλήψεις» δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. κακώς κείμενα στην εκπαίδευση, άγχος για το μέλλον, κτλ) ούτε σε εσωτερικά, ψυχολογικά αίτια αλλά στο ότι «το εκπαιδευτικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον ευνοούν με τα μηνύματα που στέλνουν – καθώς και με εκείνα που, ενώ οφείλουν, αποφεύγουν να στείλουν- μια θετική νοηματοδότηση της κατάληψης». Και αυτό γιατί η νεανική παραβατικότητα που εκδηλώνεται με τις καταλήψεις αξιοποιείται από διάφορες κοινωνικές ομάδες (π.χ. αντιπολίτευση) προς ίδιον όφελος. Ο συγγραφέας παρατηρεί με θλίψη την «απουσία του στοιχείου της νομιμότητας από τον κριτικό διάλογο με την νεολαία», κάτι που δείχνει την γενικότερη περιφρόνηση της έννομης τάξης στην ελληνική κοινωνία: «Η απουσία ευαισθησίας στις παραβιάσεις της νομιμότητας εξηγείται μέσω του εθισμού των κοινωνικών υποκειμένων στην ανομία».

Φυσικά δεν είναι μόνο η νομιμότητα θύμα των καταλήψεων. Είναι και η ουσία της εκπαίδευσης. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Οι καταλήψεις είναι σαφώς μέρος του προβλήματος της ελληνικής εκπαίδευσης και όχι μέρος της λύσης. Δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα σοβαρός άνθρωπος που να πονάει το δημόσιο σχολείο και να υποστηρίζει τις καταλήψεις. Οι μαθητές δεν κατανοούν ότι πρόκειται για αντιδημοκρατική πράξη γιατί κανείς δεν μπήκε στον κόπο να τους το εξηγήσει. Αλλά και κανείς δεν είχε ποτέ την τόλμη να προσπαθήσει τουλάχιστον να επιβάλει τη νομιμότητα και να υπερασπιστεί το δημόσιο σχολείο (εκτός από τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο, που το πλήρωσε με την υπουργική του θέση).

Τη γνώμη μου για τις καταλήψεις την έχω γράψει επανειλημμένα (1,2) και είναι σε απόλυτη σύμπνοια με τις θέσεις του κ. Γκότοβου. Τι θα έπρεπε να γίνει: μια τολμηρή και υπεύθυνη πολιτική δύναμη θα έπρεπε να πει το αυτονόητο: οι καταλήψεις δεν θα γίνουν πλέον ανεκτές, ούτε στα σχολεία, ούτε στα πανεπιστήμια. Και να εκπονήσει ένα λεπτομερές σχέδιο για την καταπολέμησή τους: ποια είναι τα καθήκοντα των εκπαιδευτικών και του διευθυντή, ποια τα καθήκοντα της αστυνομίας, ποιες θα είναι οι ποινές στους παραβάτες του νόμου, κτλ. Στην ανάγκη, το σχέδιο αυτό να τεθεί προς έγκριση στο σύνολο των πολιτών μέσω δημοψηφίσματος. Πιστεύω ότι η πλειοψηφία του λαού θα το ενέκρινε.

Advertisements