Το παρακάτω παράδειγμα είναι αφιερωμένο σε όσους δε διάβασαν το κείμενο του κ. καθ. Ιωαννίδη στο βιβλίο του Θέμη ή δεν είδαν το βιντεάκι της βιβλιοπαρουσίασης στα Ιωάννινα. Το παράδειγμα είναι γραμμένο για πρόσληψη σε θέση ΔΕΠ, αλλά φυσικά εφαρμόζεται σε κάθε είδους πρόσληψη/προαγωγή: για μεταδιδακτορικούς επιστημονικούς συνεργάτες, ΠΔ 407/80, ΠΔ 473/83, συμβάσεις με Ερευνητές του 1514/85, κλπ.

Έστω ότι έχουμε να κρίνουμε κάποιους υποψήφιους για μία θέση. Απ’τη στιγμή που ΔΕΝ εφαρμόζονται κάποιας μορφής ποσοτικά κριτήρια (βιβλιομετρικοί δείκτες, οι κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση, καθορισμένοι πριν την οποιαδήποτε σύγκριση για να ΜΗ μαγειρευτούν) η κρίση γίνεται υπόθεση ποιοτική, και κυρίως… προσωπική.

Τα ποιοτικά κριτήρια δυστυχώς όμως είναι ρευστά και εύκολα ανατρέψιμα. Οι εκλέκτορες, ανάλογα τις προσωπικές τους συμπάθειες, αντιπάθειες, εμπάθειες, πολιτικές κατευθύνσεις και εσωτερικές ιεραρχίες μπορούν να «μαγειρέψουν» τα ποιοτικά κριτήρια παρουσιάζοντας τα άσπρα μαύρα και τούμπαλιν.

Τα ποσοτικά κριτήρια αντίθετα δε μπορούν να ανατραπούν διότι είναι έξω απ’την επιρροή των εκλεκτόρων. Είναι αντικειμενικά, σε διεθνείς βάσεις δεδομένων και προσβάσιμα σε όλους. Η πιθανότητα κάποιος να πει πως «τα πράγματα δεν είναι έτσι» είναι μηδαμινή καθώς μέσα σε λίγα κλικ η αντικειμενική κατάσταση των υποψηφίων μπορεί να κριθεί και συγκριθεί με αδιαμφισβήτητα αριθμητικά στοιχεία.

Σ’αυτήν την περίπτωση ο καλύτερος υποψήφιος είναι αυτός που ενώ καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο της θέσης (ή άλλες τυπικές/ειδικές απαιτήσεις που κατά την προκήρυξη δημοσιοποιούνται) εμφανίζεται καλύτερος και στις περισσότερες βιβλιομετρικές συγκρίσεις με τους υπόλοιπους. Δεν χρειάζεται να είναι μόνο ο δείκτης h. Υπάρχουν δεκάδες παραλλαγές που δίνουν διαφορετική βαρύτητα σε συγκεκριμένες πτυχές, ανάλογα τη βαθμίδα και την θέση. Έτσι κανείς δε μπορεί να κλέψει ή να μαγειρέψει.

Φανταστείτε όμως ένα σύστημα- όπως το ελληνικό- που επικρατούν τα «ποιοτικά κριτήρια». Εκεί ο υποψήφιος δεν κρίνεται απ’τις δημοσιεύσεις του- που είναι η αντικειμενική έκφραση της επιστημονικής του οξυδέρκειας- αλλά από ΑΣΑΦΗ κοσμητικά επίθετα που επιτρέπουν (ανέχονται!) την υποκειμενική ερμηνεία ώστε να φέρουν το «κατάλληλο» αποτέλεσμα. Όπου βλέπετε κατάλληλο φυσικά εννοούμε το «αρεστό».

Ας πάρουμε λοιπόν κάποια επίθετα απ’τη διασκεδαστική Γεννήτρια Δικαιολόγησης Ψήφου του καθ. Σάββα.  Απ’τη στιγμή που δεν υπάρχουν βιβλιομετρικά (ποσοτικά) κριτήρια, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ποιοτικά. Έστω λοιπόν πως ο υποψήφιός μας είναι νέος, με πολλές εργασίες, σε συνεργασία με άλλους και διάσημους, με ευρύ γνωστικό αντικείμενο, σπουδές/εργασία πολλά χρόνια στο εξωτερικό.

Κοινώς ένας εξαιρετικός υποψήφιος ακόμα και με ποιοτικά κριτήρια! Δικαίως λοιπόν το εκλεκτορικό σώμα τον θέλει. Έτσι η δικαιολόγηση θα είναι κάτι τέτοιο…

Διάβασα προσεκτικά και υπεύθυνα το έργο του υποψηφίου και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να τον ψηφίσω διότι η ηλικία του είναι εγγύηση ελπίδας ότι θα προσφέρει πολλά. Ο ενθουσιασμός που μπορεί να μεταδώσει στους φοιτητές ένα νέο άτομο, το οποίο δεν αφομοιώθηκε ακόμη με τις παραδοσιακές πανεπιστημιακές δομές, είναι απαραίτητος. Ο αριθμός των εργασιών του δείχνει ασυνήθιστα ερευνητικό πάθος και εργατικότητα.

Φαίνεται ξεκάθαρα όχι μόνο το πάθος του υποψηφίου για δουλειά ποιότητας αλλά συγχρόνως και η συνεργατικότητά του, κάτι που τον κάνει ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο. Όταν ο διάσημος επιστήμονας τάδε, που έχει δυνατότητα επιλογής των αρίστων του κλάδου του τον έχει στο επιτελείο του, φαίνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για επιστήμονα αναγνωρισμένης επάρκειας. Με ιδιαίτερα αυξημένη επιμονή και υπομονή ανάλωσε τη ζωή του στην έρευνα τού τάδε θέματος χωρίς σπασμωδικές κινήσεις, κάτι που εγγυάται σοβαρή ποιότητα επιστήμονα.

Η συσσωρευμένη εμπειρία που απέκτησε δουλεύοντας σε αναγνωρισμένα ιδρύματα της αλλοδαπής τον κάνουν αναντικατάστατο. Υπάρχει αδήριτη ανάγκη προσέλκυσης επιστημόνων κύρους που δεν γνωρίζουν σύνορα, ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές τις οποίες η Παιδεία μας διέρχεται.

Δείτε όμως τώρα ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ τα ποιοτικά κριτήρια. Είδατε όλα τα επίθετα που έδωσα στον αγαπητό μας υποψήφιο. Φανταστείτε τώρα όμως την σκληρή πραγματικότητα… ο παραπάνω υποψήφιος- με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά- δεν είναι αρεστός, είτε γιατί υπάρχει άλλος- εσωτερικός- υποψήφιος είτε γιατί δεν έχει δείξει αρκετές ενδείξεις «υποταγής» στους ανώτερούς του.

Η δικαιολόγηση παίρνει εντελώς διαφορετική μορφή ακόμα κι αν μιλάμε για τον ίδιο υποψήφιο!!!

Διάβασα προσεκτικά και υπεύθυνα το έργο του υποψηφίου και βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να τον καταψηφίσω διότι δυστυχώς είναι ακόμη ανώριμος για την κατάληψη της θέσης. Καλό θα είναι να μην βιάζεται, αλλά να συνεχίσει τις προσπάθειές του με σοβαρότητα και χωρίς σπασμωδικές κινήσεις. Φαίνεται, δυστυχώς, ότι χαρακτηρίζεται από πάθος για γρήγορη ανέλιξη και έτσι έδωσε περισσότερο βάρος στην ποσότητα παρά στην ποιότητα.

Δυστυχώς δεν μπορεί να φανεί η αυτοδυναμία του υποψηφίου γιατί η προσωπική του συμβολή σε δημοσιευμένες εργασίες είναι σημείο σκοτεινό που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Πώς να αναγνωριστεί η προσωπική επάρκεια και αυτοδυναμία υποψηφίου που δούλεψε πάντα στη σκιά των άλλων; Δυστυχώς παρέμεινε για όλη τη μέχρι σήμερα ζωή του σε έναν σχετικά στενό ερευνητικό χώρο, κάτι που δείχνει ανεπάρκεια αντίδρασης στις νέες τάσεις και εξελίξεις της επιστήμης που καθημερινά εμφανίζονται και μας προκαλούν να τις μελετήσουμε.

Δυστυχώς αγνοεί την ελληνική πραγματικότητα. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ατόμων που ενώ διέπρεψαν στο εξωτερικό όταν ήρθαν στη χώρα μας απέτυχαν, ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές τις οποίες η Παιδεία μας διέρχεται.

Να τρελαίνεσαι δηλαδή… ο ίδιος υποψήφιος τώρα βγήκε άχρηστος και ποταπός!

Όπως είναι ξεκάθαρο απ’το παραπάνω γλαφυρό παράδειγμα, μια σύγκριση υποψηφίων που ΔΕ ΛΟΓΑΡΙΑΖΕΙ βιβλιομετρικά κριτήρια είναι πάρα πολύ εύκολο να ανατρέψει κάθε μορφή λογικής συνέχειας και αντικειμενικής κρίσης. Χωρίς τα ποσοτικά κριτήρια οι εκλέκτορες μπορούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και να μας φέρουν μπρος στα αίσχη που περιέγραφε ο κύριος Μουτσόπουλος.

Κατάλαβες lymig;

Advertisements