εξώφυλλο

Κλικ για τον Εκδότη

Και μόνο η απόπειρα να κάνει κάποιος κριτική στο πόνημα του «αφεντικού» του ιστολογίου μας ίσως φαίνεται αστεία. Παρ’όλα αυτά, όσο λίγο κι αν γνωρίζουμε κάποιοι τον Θέμη, ξέρουμε πως εκτιμά ένα πράγμα στα σίγουρα: τον ελεύθερο παραγωγικό διάλογο. Παίρνω λοιπόν την πρωτοβουλία να γράψω πέντε πράγματα για το βιβλίο του τώρα που αισίως το ολοκλήρωσα.

Το βιβλίο του Θέμη έρχεται να συμπληρώσει κείμενα που έχουν παρουσιαστεί στο παρελθόν ως «σωτήρια» για την κατανόηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας. Δεν θα δοκίμαζα καν να το συγκρίνω με αυτά αν προηγουμένως δεν είχα ενδιαφερθεί προσωπικά για το συγκριτικό εκπαιδευτικό δίκαιο ανάμεσα στην Ελλάδα και άλλες- κυρίως ευρωπαϊκές- χώρες. Οι πηγές μου (τα σταθμά) ήταν τρία κείμενα: «Η Παλίμψηστη Εξουσία», το «Εκπαιδευτικό Δίκαιο και Θεσμοί», και το βιβλίο της Μαρίας Δαμανάκη «Το πραγματικό και το κεκτημένο (το πανεπιστήμιο σε μετάβαση)».

Το πρώτο βιβλίο- η ιστορία του ελληνικού ακαδημαϊκού συστήματος- είναι η εμπλουτισμένη δημοσίευση της διδακτορικής διατριβής του Νίκου Παπαδάκη, αναπληρωτή πλέον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (ήδη εκλεγείς στην Κρήτη) κι ένα απ’τα λίγα άτομα στην Ελλάδα που έχει γνωστικό αντικείμενο πάνω στην «εκπαιδευτική πολιτική» με ιδιαίτερες γνώσεις για την ιστορία/εξέλιξη της τριτοβάθμιας. Παρεμπιπτόντως, εκτός αν γράφει με κανένα ανυποψίαστο ψευδώνυμο (xionati?) δεν τον έχετε δει ποτέ στο GUR παρ’ότι του είχαμε στείλει προσκλήσεις να πάρει μέρος στο παρελθόν. To δεύτερο βιβλίο είναι μια συλλογή των κωδικοποιημένων νόμων που διέπουν τα ελληνικά ΑΕΙ/ΤΕΙ. Απαραίτητο για όποιον θέλει να ξέρει τι πραγματικά ισχύει και τι όχι. Το τρίτο βιβλίο είναι η απόπειρα μιας πολιτικού- της Μαρίας Δαμανάκη- να περιγράψει τα προβλήματα του ελληνικού πανεπιστήμιου και να δώσει κάποιες λύσεις. Ό,τι πιο κοντά στην προσπάθεια του Θέμη.

Έχοντας τα παραπάνω 3 κείμενα για γνώμονα, μπορώ να πω με σιγουριά πως το βιβλίο του Θέμη είναι σαφώς ενημερωμένο για τα καθέκαστα καθώς καταγράφει συνοπτικά την ιστορία που οδήγησε στο τέλμα, αποδεικνύει την ύπαρξη των προβλημάτων με τεκμηριωμένες στατιστικές, απαριθμεί τους κόμπους που πρέπει να λυθούν και, τέλος, προτείνει τις απαραίτητες λύσεις χωρίς να κοιτάει στα μάτια κανέναν.

Διαβάζοντάς το είχα την αίσθηση πως έπαιρνα μια «συγκεντρωμένη δόση» από τις κατά καιρούς συζητήσεις μας εδώ στο GUR. Καλώς ή κακώς μπορεί το πρώτο μέρος (τα προβλήματα) να το βρείτε γνώριμο, μιας που τα τελευταία χρόνια τα ακούμε τόσο στα ΜΜΕ όσο κι από προσωπικές μαρτυρίες. Αυτό που προσθέτει όμως ο Θέμης είναι τα τεκμηριωμένα αριθμητικά (βιβλιομετρικά) στοιχεία που είναι σχεδόν δίχως προηγούμενο. Δείχνει την πραγματική κατάσταση στην ακαδημαϊκή επίδοση και περιγράφει την παρωδία εννοιών (Άσυλο, φοιτητικός συνδικαλισμός, Πολιτική… μεταξύ άλλων) που ρυθμίζουν την ελληνική πανεπιστημιακή ζωή σήμερα.

Παρ’όλα αυτά, ήταν το δεύτερο μέρος του βιβλίου του Θέμη που πραγματικά με συνεπήρε. Οι λύσεις. Έχοντας διαβάσει το πόνημα της Δαμανάκη προηγουμένως είχα μείνει σχετικά μουδιασμένος απ’τις πολιτικάντικα μετριασμένες θέσεις και την έλλειψη δραστικών προτάσεων. Ήταν φως φανάρι πως η ελληνίδα πολιτικός προσπαθούσε να τους ευχαριστήσει όλους κάνοντας κριτική παράλληλα στο έργο της Κυβέρνησης. Γνώριμη πολιτική δηλαδή. Ο Θέμης δεν έχει τέτοια προβλήματα…

Με συστηματικό τρόπο και σχεδόν αντικατοπτρικά με το περιγραφικό πρώτο μέρος του βιβλίου, σταχυολογεί όλα εκείνα τα μέτρα (από νοοτροπία μέχρι θεσμικά πλαίσια) που θα βοηθήσουν το ελληνικό πανεπιστήμιο να ανακάμψει και να γίνει πιο δίκαιο και παραγωγικό. Η αξιοκρατία και η διαφάνεια είναι κλειδόλιθοι σε όλα τα σημεία της σκέψης του κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και είμαι σίγουρος πως θα ευχαριστήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Τέλος, λίγα σχόλια και για τα… σχόλια που θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου. Βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τις παρατηρήσεις του καθ. Ιωάννη Ιωαννίδη, ενός ανθρώπου που μάλλον δεν χρειάζεται συστάσεις για την αξία του επιστημονικού του έργου. Με άφησαν άναυδο οι υψηλές απαιτήσεις που θέτει ο ίδιος για την εκλογή/προαγωγή στην α’ καθηγητική βαθμίδα (με τους υψηλότατους δείκτες διεθνούς επιρροής) ώστε να επανδρωθούν τα ελληνικά ιδρύματα το ταχύτερο δυνατό με πρώτης τάξεως επιστήμονες. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αυτό δυνατό στις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά στις θετικές είναι ένα αυστηρότατο μέτρο που όμως πολύ πιθανό να θέσει τις αξιοκρατικές βάσεις για ένα πραγματικά ανταγωνιστικό πανεπιστήμιο.

Advertisements