Αθανάσιος Ε. Γκότοβος
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

(Επικαιροποιημένη εκδοχή εισήγησης σε συνέδριο στην Πάτρα το 2005 με αφορμή την αποχώρηση από την υπηρεσία συναδέλφων του συγγραφέα)

Περίληψη

Η δημοκρατία στα πανεπιστήμια – και ειδικότερα στα σημερινά ελληνικά πανεπιστήμια – δεν απασχολεί μόνον μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας ως πρακτικό ερώτημα. Την ίδια στιγμή απασχολεί ως θεωρητικό ερώτημα και τους ερευνητές των εκπαιδευτικών οργανισμών. Επίκεντρο του δεύτερου αυτού προβληματισμού είναι η ανομία στην ανώτατη εκπαίδευση. Πιο συγκεκριμένα, τους μελετητές των πανεπιστημίων ως ανομικών περιβαλλόντων απασχολεί η γένεση, συντήρηση και διαιώνιση ανομικής συμπεριφοράς στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και ο ρόλος των δικτύων πελατειακών σχέσεων στην παραγωγή και εξάπλωση ανομικών κινήτρων και συμπεριφορών. Το κείμενο που ακολουθεί έχει τέσσερα μέρη: το πρώτο είναι εισαγωγικό στον όλο προβληματισμό, το δεύτερο αφορά τη σχέση ανάμεσα στις θέσεις, τους ρόλους και τις ταυτότητες. Το τρίτο αναφέρεται στους δύο τύπους ακαδημαϊκών κοινοτήτων που υπαινίσσεται ο τίτλος της εισήγησης και το τελευταίο αφορά τη μετατόπιση των αξιακών κωδίκων στα ελληνικά πανεπιστήμια τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και τις μεταβολές τις οποίες αυτή επέφερε στην κουλτούρα του οργανισμού «πανεπιστήμιο».

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Οι απόκριες είναι μια περίοδος μεταμφιέσεων. Στην αγορά υπάρχουν μάσκες και οι άνθρωποι τις αγοράζουν και τις χρησιμοποιούν για να μασκαρευτούν. Η μεταμφίεση γίνεται για την παροδική και συμφωνημένη, χάριν εθίμου, απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας, για τη μη-αναγνωρισιμότητα του προσώπου, του φορέα της μάσκας. Κάθε χρόνο κάποιοι κάνουν κατάχρηση του εθίμου και μασκαρεύονται για πολύ πρακτικούς και ιδιοτελείς – εκτός εθίμου – λόγους: να ληστέψουν, να κλέψουν να απειλήσουν, και γενικά να δράσουν έκνομα. Η μάσκα επιτρέπει την ανωνυμία του δράστη και βοηθά στον αιφνιδιασμό του θύματος που βλέποντας απέναντί του μασκαρεμένον, προσδοκά συμπεριφορά μασκαρά και όχι συμπεριφορά ληστή.
Τις μάσκες των αποκριών τις βρίσκουμε στα καταστήματα. Αλλά υπάρχουν και άλλου είδους προσωπεία για διαρκείς αποκριές, για το πραγματικό καρναβάλι της καθημερινότητας. Αυτές οι μάσκες μπορεί να είναι τίτλοι και αξιώματα, δηλαδή θέσεις που προβλέπονται μέσω των άτυπων (πολιτισμικών) και τυπικών (θεσμικών) ρυθμίσεων και αφορούν συγκεκριμένες ιδιότητες και συμπεριφορές. Οι εν λόγω συμπεριφορές ως προς τον τύπο τους είναι σε γενικές γραμμές προδιαγεγραμμένες. Συμπίπτουν με τη δικαιοδοσία συγκεκριμένων φορέων ρόλων ή, όπως λέμε στην πανεπιστημιακή κοινωνιόλεκτο, «οργάνων». Πίσω από τις συμπεριφορές υπάρχουν, βεβαίως, τα δρώντα πρόσωπα τα οποία τις εκδηλώνουν και στα πρόσωπα αυτά υποθέτουμε την ύπαρξη συγκεκριμένων ιδιοτήτων που αντιστοιχούν στις θέσεις, στα αξιώματά τους. Συνδέουμε, λέει ο Erving Goffman, κάθε θέση με μια κοινωνική ταυτότητα, με ένα σύνολο ιδιοτήτων, χαρακτηριστικών και ικανοτήτων που πρέπει να έχει το πρόσωπο που κατέχει τη θέση, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των αποδεκτών της συμπεριφοράς του. Η ταυτότητα είναι κατά κάποιον τρόπο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται οι συμπεριφορές του ατόμου οι οποίες οφείλουν να βρίσκονται σε αντιστοιχία με τη συγκεκριμένη θέση.

Ας κάνουμε την εξής υπόθεση: κάποια άτομα, μεμονωμένα ή από κοινού, ενδιαφέρονται να καταλάβουν συγκεκριμένες θέσεις με συγκεκριμένες δικαιοδοσίες μέσα σε ένα κοινωνικό υποσύστημα, ας πούμε σε ένα πανεπιστήμιο, και ότι ο λόγος που το επιδιώκουν είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που είχε στο νου του ο νομοθέτης, όταν σχεδίαζε το υποσύστημα. Έτσι π.χ. ο αρχιτέκτονας του κοινωνικού χώρου – ο νομοθέτης και η Βουλή – μπορεί να φαντάζεται ως βασικό κίνητρο για την κατάληψη των θέσεων αυτών το ενδιαφέρον για τα κοινά, αλλά τα άτομα που καταλαμβάνουν τις θέσεις μπορεί να έχουν ως κίνητρο την πρόσβαση σε κεφάλαιο – συμβολικό, όπως φήμη, επιρροή, εξουσία και αναγνώριση – ή υλικό, όπως ανέσεις, προνόμια και χρήμα. Το ιδιοτελές κίνητρο των ατόμων που επιθυμούν να καταλάβουν ορισμένες θέσεις ή αν τις έχουν ήδη καταλάβει, να τις διατηρήσουν, μπορεί να είναι και αρνητικό: προστασία από ταπεινωτική αποκαθήλωση και αποφυγή ενδεχόμενου στιγματισμού και διασυρμού μέσω μιας παρατεταμένης μέσα στο χρόνο συγκάλυψης ανομικής δραστηριότητας. Απαραίτητη προϋπόθεση για να πετύχει μια τέτοια ομάδα ατόμων τους ιδιοτελείς αυτούς στόχους είναι να χρησιμοποιήσει τις δικαιοδοσίες συγκεκριμένων πανεπιστημιακών οργάνων. Απαραίτητη προϋπόθεση για να χρησιμοποιήσει κανείς τη δικαιοδοσία συγκεκριμένων οργάνων είναι να καταλάβει τη θέση ή τις θέσεις που σχετίζονται με το εν λόγω όργανο ή όργανα. Απαραίτητη, τέλος, προϋπόθεση για την κατάληψη της θέσης είναι η καλλιέργεια «δημοκρατικών» πλειοψηφιών στα εκλεκτορικά σώματα, ιδιαίτερα σε εκείνα των φοιτητών, όταν ο νομοθέτης προβλέπει αυξημένη συμμετοχή των φοιτητικών εκπροσώπων στις εκλογές για την ανάδειξη πανεπιστημιακών οργάνων. Είναι προφανές, ότι καλώς εχόντων των πραγμάτων, όσοι ενδιαφέρονται να γίνουν αξιωματούχοι στα πανεπιστήμια (πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις, κοσμήτορες, πρόεδροι τμημάτων, ακόμη και διευθυντές τομέων) δεν μπορούν να αγνοήσουν ούτε τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και τις μεθόδους συγκρότησής τους. Και είναι πολύ τυχεροί εκείνοι οι πανεπιστημιακοί αξιωματούχοι που κάτω από τις σημερινές συνθήκες καταφέρουν να εκλεγούν στα αξιώματα αυτά και να ασκήσουν διοίκηση χωρίς να χρειαστεί να κάνουν αναξιοπρεπείς συμβιβασμούς, προκειμένου να εξασφαλίσουν πλειοψηφίες στα αντίστοιχα εκλεκτορικά σώματα. Υπάρχουν, όμως, φόβοι ότι οι σημερινές συνθήκες ευνοούν το σενάριο να βρεθούν σε θέσεις πανεπιστημιακών αξιωματούχων άτομα που αντιλαμβάνονται το ρόλο τους πολύ διαφορετικά από ό,τι τον είχε φανταστεί ο νομοθέτης. Για να μην γίνει αυτό το σενάριο γενικευμένη πραγματικότητα, χρειάζεται εγρήγορση από την πλευρά εκείνων που σε γενικές γραμμές συμπίπτουν ως προς τα βασικά με το πνεύμα του νομοθέτη για ένα πανεπιστήμιο κοινωνικής προσφοράς και είναι πολιτικά αντίθετοι στην ιδέα ενός πανεπιστημίου συμφερόντων. Η εγρήγορση αρχίζει με την ανάλυση και τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, αλλά η ίδια η ανάλυση προϋποθέτει θεωρία και στηρίζεται στην εμπειρία.
Για να μπει, λοιπόν, η μάσκα του οποιουδήποτε πανεπιστημιακού αξιώματος στο πρόσωπο κάποιου που για ιδιοτελείς λόγους επιδιώκει να καταλάβει την αντίστοιχη θέση, απαιτούνται σήμερα συγκεκριμένες πλειοψηφίες. Κατά κανόνα η βασική ιδιότητα που χρειάζεται ένα τέτοιο πρόσωπο, είναι αυτή του «εκλογομάγειρα» – του διαμορφωτή συμμαχιών εκλεκτόρων, συνήθως μέσω δημοσίων σχέσεων, πελατειακών σχέσεων και μηχανισμών συναλλαγής. Όταν, όμως, μπει το προσωπείο, αρχίζει να γίνεται χρήση των δικαιοδοσιών, και όταν γίνει χρήση των δικαιοδοσιών που προβλέπονται για τα εν λόγω αξιώματα, δημιουργούνται, ενισχύονται, εμπεδώνονται, διευρύνονται και αναπαράγονται τα αντιδημοκρατικά και αντι-ακαδημαϊκά μορφώματα που συναντά κανείς στο χώρο των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων: τα πελατειακά ακαδημαϊκά δίκτυα. Πρόκειται για άτυπους οργανισμούς οι οποίοι επιδίδονται στον έλεγχο της πρόσβασης σε πόρους, στη δημιουργία και τον έλεγχο των μηχανισμών διανομής των πόρων αυτών και ορισμένες φορές στον έλεγχο της εξουσίας για την εξουσία. Τα πελατειακά συστήματα διαιρούν ένα πανεπιστήμιο σε «ημέτερους» και «έτερους» και όταν είναι ισχυρά τείνουν να δημιουργούν ολοκληρωτικές δομές από τις οποίες δεν είναι τόσο εύκολο να απαλλαγεί κανείς, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να βλέπουν τον συμβιβασμό σαν τη μόνη λογική λύση για τη συμβίωση με τέτοιες δομές, συνδυάζοντάς τον ίσως και με κάποια οφέλη. Τα οφέλη αυτά πολύ πιθανό να τα είχαν και σε ένα μη ανομικό καθεστώς στο πανεπιστήμιο, τώρα όμως για να τα έχουν πρέπει να δηλώσουν ένα είδος υποταγής στο δίκτυο.
Πίσω από το θεσμικό προσωπείο ενός πανεπιστημιακού δασκάλου που έχει καταλάβει κάποιο αξίωμα με τον τρόπο που λίγο πιο πριν περιγράψαμε, κρύβεται το πρόσωπο – με τις αντίστοιχες ιδιότητες – που αντιστοιχεί στη θέση του ατόμου αυτού στο δίκτυο πελατειακών σχέσεων. Σε σχέση με την επίσημη δομή του πανεπιστημίου, το δίκτυο αυτό συνιστά μια παράλληλη δομή, μια κρυφή ιδιωτική ατζέντα δίπλα στη θεσμική. Η λογική η οποία διέπει τη συμπεριφορά των προσώπων που εμπλέκονται στο δίκτυο είναι πολύ διαφορετική από αυτή που φαντάζεται ο νομοθέτης. Η δράση των προσώπων που είναι φορείς πανεπιστημιακών αξιωμάτων αποκτά διαφορετική νοηματοδότηση σε σύγκριση με την θεσμικά προβλεπόμενη και γι αυτό από τη σκοπιά του αμύητου παρατηρητή η δράση αυτή εμφανίζεται ως παράδοξη και σκανδαλώδης. Στην πραγματικότητα η δράση κάθε άλλο παρά παράδοξη είναι, αν ιδωθεί από τη σκοπιά του δικτύου. Απλά φαίνεται παράδοξη στις περιπτώσεις που υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στην απαιτούμενη για τις ανάγκες του δικτύου δράση ενός αξιωματούχου, και στη δράση του ίδιου αξιωματούχου όπως αυτή θα εκδηλωνόταν αν το υποκείμενο δεσμευόταν από τις απαιτήσεις του θεσμικού πλαισίου. Αυτό που προκαλεί την αμηχανία και την παραδοξότητα δεν είναι η σχέση της δράσης του αξιωματούχου με τα συμφέροντα του δικτύου, αλλά το ότι η εν λόγω δράση δεν εξηγείται από τη λογική του θεσμού. Για τους μυημένους, καμία δράση δεν προκαλεί πλέον αμηχανία, εκτός από τη δράση εν ενεργεία αξιωματούχων που στρέφεται ευθέως εναντίον των συμφερόντων του δικτύου στο οποίο συμμετέχουν.

2. Θέσεις, ρόλοι και ταυτότητες: η έκπτωση από τη δέσμευση στη συναλλαγή

Όπως ήδη επισημάναμε, η σχέση ανάμεσα στις έννοιες θέση, ρόλος και ταυτότητα είναι σε γενικές γραμμές η εξής: η θέση παραπέμπει στο κέλυφος, δηλαδή στο αξίωμα, στην ιδιότητα με την οποία κάποιο άτομο εκδηλώνει δράση. Ο ρόλος, από την άλλη μεριά, παραπέμπει στο περιεχόμενο – δυνητικό και πραγματικό – του αξιώματος. Τέλος, η έννοια ταυτότητα σχετίζεται με τα χαρακτηριστικά του προσώπου που ενεργοποιεί τον συγκεκριμένο ρόλο, κατέχοντας την αντίστοιχη θέση.

Στο πανεπιστήμιο τα μέλη του ΔΕΠ δεν ασχολούνται, ως γνωστόν, αποκλειστικά με τη διδασκαλία και την έρευνα. Συμμετέχουν και σε πολλές άλλες δραστηριότητες, από τις οποίες αξίζει να αναφέρουμε τις εξής:

(α) Διοίκηση (μονομελή και πολυμελή όργανα διοίκησης, από τον Διευθυντή Τομέα μέχρι τη Σύγκλητο και το Πρυτανικό Συμβούλιο)

(β) Κρίσεις υποψηφίων για θέσεις ΔΕΠ

(γ) Επιτροπές (διενέργεια διαγωνισμών, επιτροπές δεοντολογίας, κ.α.)

Ο αρχιτέκτονας των θέσεων και των ρόλων οι οποίοι συγκροτούν το πανεπιστημιακό υποσύστημα εκπροσωπεί εξ ορισμού το δημόσιο συμφέρον: οι θέσεις και οι ρόλοι θεσμοθετούνται, έχουν δηλαδή πίσω τους την πολιτική βούληση μιας δημοκρατικά – με όλες τις ατέλειες της διαδικασίας – εκλεγμένης κυβέρνησης. Όποιες ρυθμίσεις γεννιούνται με αυτόν τον τρόπο συγκροτούν τον δημόσιο χώρο «ανώτατη εκπαίδευση». Όπως, όμως, με όλες τις οικοδομές και τα οικοδομήματα, έρχεται κάποια στιγμή η ώρα να κατοικηθούν. Συγκεκριμένα πλέον πρόσωπα, με συγκεκριμένες βιογραφίες, αναλαμβάνουν να δώσουν πνοή στο άψυχο αρχιτεκτόνημα, και μάλιστα από κοινού και σε αλληλεξάρτηση. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις με τις οποίες ξεκινά κάθε αρχιτέκτονας κοινωνικών ρυθμίσεων (ή δομών) είναι ότι τα πρόσωπα που θα καταλάβουν τις συγκεκριμένες θέσεις και θα εκδηλώσουν την προβλεπόμενη συμπεριφορά έχουν ιδιότητες και χαρακτηριστικά (γνώσεις, αξίες, στάσεις, πεποιθήσεις και ικανότητες) οι οποίες αντιστοιχούν στην υπό εκδήλωση δράση – αλλιώς, ότι έχουν συμβατή με τη θέση ταυτότητα. Μια από αυτές τις ιδιότητες – και συγκεκριμένα σε επίπεδο πεποίθησης – είναι ότι ο κάτοχος της θέσης δεσμεύεται από τις ρυθμίσεις του νομοθέτη, όταν εκδηλώνει δράση υπό την συγκεκριμένη ιδιότητα, ότι δηλαδή για τον οποιονδήποτε κάτοχο της εν λόγω θέσης ισχύουν οι ρυθμίσεις του νομοθέτη. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή τη στάση απέναντι στο ρόλο δέσμευση ευθύνης, με την έννοια ότι το υποκείμενο αναλαμβάνει τη δέσμευση να κινηθεί εντός των ορίων της νομιμότητας. Είναι αυτή ακριβώς η δέσμευση που από ψυχοκοινωνικής πλευράς επιτρέπει στο υποκείμενο να απορρίπτει εναλλακτικά σενάρια πραγμάτωσης του ρόλου εκτός των ορίων της νομιμότητας, επιβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο στο άτομο την αποσύνδεση της θέσης από το ιδιοτελές προσωπικό συμφέρον στο οποίο θα μπορούσαν να εκβάλουν σενάρια παραβατικής ερμηνείας και πραγμάτωσης του ρόλου.

Κάτω από ορισμένες συνθήκες – γενικές, αλλά και ειδικές για κάθε κοινωνικό υποσύστημα – η αυτονόητη αυτή στάση ευθύνης απέναντι στη δέσμευση για υλοποίηση της προδιαγραφής – αλλιώς: η αίσθηση καθήκοντος – υποχωρεί και υποκαθίσταται από μια διαμετρικά αντίθετη στάση, εκείνη της συναλλαγής, δηλαδή της εξάρτησης της εκτέλεσης του καθήκοντος από ιδιοτελή προσωπικά οφέλη του προσώπου. Από τη στιγμή που η πραγμάτωση του ρόλου μπαίνει στη ζυγαριά των προσωπικών ωφελημάτων, η θέση μετατρέπεται σε κέλυφος μέσα στο οποίο κατοικεί πλέον μια ύπαρξη που έχει αποσυνδεθεί από τον δημόσιο χώρο, επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει το ατομικό συμφέρον με αθέμιτο τρόπο. Όταν ο κάτοχος της θέσης μπει σ’ αυτή την τροχιά, αναγκαστικά βγαίνουν από την προσωπικότητά του στο προσκήνιο διαφορετικές ιδιότητες από εκείνες που είχε υποθέσει ο αρχιτέκτονας του ρόλου του ότι είναι συμβατές με τη συγκεκριμένη θέση. Τα νέα αυτά χαρακτηριστικά, σαν τα αγριόχορτα στον σπαρμένο αγρό, πνίγουν όσες ακόμη ιδιότητες είχαν απομείνει από το πρώτο στάδιο – φαντασιακό ή πραγματικό – υλοποίησης του ρόλου. Το άτομο έχει εμπλακεί πια σε ένα γενικευμένο παιχνίδι ανταλλαγής των δικαιοδοσιών του – και γενικά, της πραγμάτωσης του ρόλου του – με «δοσίματα»: η θέση που κατέχει έχει μετατραπεί σε ένα μικρό χρηματιστήριο όπου η επένδυση – ο τρόπος πραγμάτωσης του ρόλου – συναρτάται στενά με το προσδοκώμενο κέρδος (το αντάλλαγμα). Το ίδιο το πρόσωπο αρχίζει να μετρά την αξία του ανάλογα με τη συσσώρευση ανταλλαγμάτων, από το πόσο δηλαδή ακριβά ή φθηνά πουλά τις υπηρεσίες που υποτίθεται ότι έπρεπε να προσφέρει και όχι να εμπορεύεται. Όταν η έκπτωση αυτή από τη στάση ευθύνης στη στάση συναλλαγής δεν αφορά μεμονωμένες και δακτυλοδεικτούμενες – άρα στιγματισμένες – περιπτώσεις, αλλά περισσότερες, τότε η εκτροπή από τις ακαδημαϊκές αξίες όπως τις γνωρίζαμε από το ανθρωπιστικά προσανατολισμένο, αλλά ως ένα βαθμό ακόμη και από το τεχνοκρατικού τύπου πανεπιστήμιο, είναι γενικευμένο φαινόμενο και η κουλτούρα της συναλλαγής γίνεται κυρίαρχη ακαδημαϊκή κουλτούρα. Τα πανεπιστήμια φτάνουν σε ένα σημείο στην εξελικτική τους πορεία όπου δεν μπορούν εύκολα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ως δημόσιοι χώροι και δεν μπορούν να τύχουν υπεράσπισης από τρίτους. Αυτή είναι η στιγμή της αμφισβήτησης του υπαρκτού πανεπιστημίου, δηλαδή του υποτιθέμενου δημόσιου πανεπιστημίου. Λέω υποτιθέμενου, γιατί στη θεωρία είναι δημόσιο – έτσι ονομάζεται – αλλά στην πράξη έχει αποκτήσει κατά κάποιον τρόπο χαρακτηριστικά ιδιωτικού χώρου, λειτουργώντας μάλιστα πολλές φορές με φεουδαλικά κριτήρια.

Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο μηχανισμός αλλοίωσης της ταυτότητας των πανεπιστημιακών που έχουν εμπλακεί σε ανομική συμπεριφορά, αλλά όχι μόνο αυτών: ο ίδιος μηχανισμός δημιουργεί τους διεφθαρμένους δικαστικούς και κληρικούς και γενικά τον φαύλο δημόσιο λειτουργό. Από τη σκοπιά του φαύλου αξιωματούχου η θέση – ο τίτλος, το αξίωμα – είναι μια ευκαιρία αθέμιτης πρόσβασης σε πρόσθετους πόρους, πέρα από αυτούς που εξασφαλίζει μέσω της νόμιμης αμοιβής του, η οποία κατά κανόνα συμπίπτει με τον μισθό του. Ο ανομικός πανεπιστημιακός είναι εκείνος που εμπορεύεται τη στάση του – και κυρίως τη δράση του – μέσα στο σύστημα διοίκησης του πανεπιστημίου, πιστεύοντας ότι όλες οι εκδοχές είναι ανοιχτές και ότι αν διαθέτεις τα «κουκιά», μπορείς να κατασκευάζεις μέσω της διοικητικής οδού γεγονότα και ιδιότητες – ακόμη και επιστημονική γνώση ή τουλάχιστον την εντύπωση ότι έχεις παραγάγει επιστημονική γνώση, αν δεν έχεις παραγάγει την ίδια τη γνώση.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να κάνει συναλλαγές με τον εαυτό του: ο πωλητής χρειάζεται αγοραστή. Ποιοι είναι, τότε, οι αγοραστές των υπηρεσιών των ανομικών πανεπιστημιακών; Το σενάριο που περιγράφουμε προβλέπει πολλούς αποδέκτες. Πρώτον, οι ίδιοι ως ομάδα: δώσε μου εδώ, για να πάρεις εκεί. Δεύτερον, μια διαπλεκόμενη μειοψηφία φοιτητών: πάρε βαθμό, υποτροφία, μεταπτυχιακή ιδιότητα, σύμβαση έργου, προμήθεια ή ελπίδα για όλα αυτά για να δώσεις ψήφο και επιρροή. Τρίτον, εξω-πανεπιστημιακοί παράγοντες: πάρε το διαγωνισμό για να δώσεις προμήθεια, πάρε μετεγγραφή για να προσφέρεις κάλυψη, πάρε πολιτική υποστήριξη για να δώσεις προγράμματα, πάρε διορισμό «ημέτερου» για να δώσεις «άφεση αμαρτιών», πάρε υποταγή και ευθυγράμμιση για να δώσεις φήμη και κύρος.

3. Τύποι ακαδημαϊκών κοινοτήτων

Αν η παραγωγή επιστημονικής γνώσης και η μεταβίβασή της στους φοιτητές μέσω της ελεύθερης από πολιτικές και άλλες εξαρτήσεις διδασκαλίας αποτελούν τον πυρήνα της αποστολής του πανεπιστημίου, έτσι όπως το γνωρίζουμε από παλιά, και οι δύο δραστηριότητες πραγματώνονται κατ’ ανάγκην μέσα σε ένα πλαίσιο σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, πέρα από το κανονιστικό πλαίσιο που επιβάλλει η ίδια η νομοθεσία. Ανάλογα με τις αξίες γύρω από τις οποίες είναι οργανωμένο το πλαίσιο αυτό – ας το ονομάσουμε πολιτισμικό πλαίσιο (ή κουλτούρα του οργανισμού) για να το αντιδιαστείλουμε προς το θεσμικό – διακρίνουμε δύο τύπους ακαδημαϊκών κοινοτήτων: τις κοινότητες προσφοράς και τις κοινότητες συμφερόντων.

Στην πρώτη περίπτωση οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας οργανώνονται με βάση τρεις βασικούς κώδικες: τον κώδικα της ελευθερίας, τον κώδικα της συναδελφικότητας και τον κώδικα της εργασίας. Στον πρώτο κώδικα αντιστοιχούν αξίες όπως αυτή της δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας της γνώμης, της παρρησίας, της κριτικής, της έρευνας, της φιλομάθειας. Στον δεύτερο ανήκουν ανάμεσα στα άλλα αξίες και συμπεριφορές που παραπέμπουν στην αναγνώριση της αξιοπρέπειας του άλλου, στη συνεργασία μαζί του, στη βοήθεια και την αλληλεγγύη, στην από κοινού διερεύνηση και αναζήτηση της αλήθειας και στην από κοινού απόλαυση ενός καλού ερευνητικού αποτελέσματος. Στον τρίτο κώδικα, τέλος, ανήκουν αξίες όπως η φιλοπονία, η σοφή διαχείριση του χρόνου, η μεθοδικότητα, το μέτρο σε ό,τι αφορά τη θήρα κοσμικών απολαύσεων. Το μέλος μιας ακαδημαϊκής κοινότητας της οποίας η ζωή είναι οργανωμένη πάνω σε αυτές τις αξίες δεν έχει το άγχος αν θα πλουτίσει ή όχι από την εργασία του στο πανεπιστήμιο ή αν θα βρεθούν αρκετοί κόλακες να του υπενθυμίζουν – με το αζημίωτο, εννοείται – σε καθημερινή βάση τη σπουδαιότητά του. Οι καλύτεροι επιστήμονες, τα πιο μεγάλα ονόματα στην ιστορία των επιστημών, πέθαναν μάλλον φτωχοί, αφήνοντας τα κέρδη στους εφαρμοστές των θεωριών και των γνώσεών τους. Το ίδιο το παιχνίδι της αναζήτησης της επιστημονικής αλήθειας και η συμμετοχή σ’ αυτό είναι τόσο σημαντικά πράγματα στην ακαδημαϊκή κοινότητα προσφοράς, ώστε να αρκούν από μόνα τους για τη δημιουργία κινήτρων των πανεπιστημιακών να θυσιάζουν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους αναζητώντας και μεταβιβάζοντας τη γνώση στο εργαστήριο, την αίθουσα ή το συνέδριο.

Ο δεύτερος τύπος ακαδημαϊκής κοινότητας πιστεύει σε άλλον θεό. Οι κυρίαρχοι κώδικες εδώ είναι αυτός του ελέγχου, της επιβολής, του ατομικού συμφέροντος και της απόλαυσης. Ο κώδικας του ελέγχου και της επιβολής παραπέμπει σε σχέσεις ιεραρχίας και σε διαφοροποίηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση: η βούληση του ισχυρού τείνει να γίνει η πλαστογραφημένη βούληση του αδυνάτου, η απειλή, ο εκβιασμός, η ομηρία και ο συμψηφισμός είναι καθημερινές πρακτικές διευθέτησης υποθέσεων. Οι αξιολογήσεις των συναδέλφων δεν έχουν σχέση με το επιστημονικό τους έργο, αλλά με την πολιτική τους ορθότητα, το ενδιαφέρον για την αναζήτηση και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης έχει δώσει τη θέση του στο ενδιαφέρον για τον απόλυτο έλεγχο των διαδικασιών και των αποφάσεων των οργάνων με όλα τα πρόσφορα μέσα: το πανεπιστήμιο της ανεξάρτητης γνώμης γίνεται το πανεπιστήμιο των μηχανισμών και η εγκυρότητα της επιστημονικής άποψης κινδυνεύει να γίνει αντικείμενο γενικών συνελεύσεων και ψηφοφοριών. Στον δεύτερο κώδικα ανήκουν όλες εκείνες οι αξίες και συμπεριφορές που σχετίζονται με τη διανομή πόρων (μονοπώλιο στη διάθεση και ανάθεση προγραμμάτων, πρόσθετες αμοιβές, εξοπλισμοί, εξασφάλιση θέσεων για συνεργάτες, προώθηση ημετέρων, επαγγελματική ανέλιξη, ασυλία, προστασία και συγκάλυψη σε περίπτωση ελέγχων κ.α.). Στον τρίτο κώδικα κυριαρχεί η ηδονή και η διαχείρισή της. Οι ηδονοθηρικά προσανατολισμένοι πανεπιστημιακοί έχουν αποσυνδέσει την αναζήτηση της γνώσης με την ευχαρίστηση και έχουν γίνει πιο υλοκεντρικοί, ως νεόπλουτοι με τήβεννο. Αντί των πνευματικών απολαύσεων, προτιμούνται οι εξεζητημένες – και κυρίως αυτές που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο παραπέμπουν σε κοινωνική καταξίωση και ιεραρχία. Η χλιδή, η επισημότητα και η υπεροψία παίρνουν τη θέση της λιτότητας, της απλότητας και της καταδεκτικότητας. Και μέσα σε όλα αυτά οι διάφοροι παρατρεχάμενοι εξασφαλίζουν στον αγέρωχο πανεπιστημιακό αξιωματούχο την αίσθηση της σιγουριάς για το υψηλό επιστημονικό του ανάστημα, κάτι που είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε ασημαντότητας.

4. Μετατόπιση αξιακών κωδίκων στα ελληνικά πανεπιστήμια: από κοινότητες προσφοράς σε κοινότητες είσπραξης;

Μια από τις πολιτικές ομάδες στις οποίες απέληξαν οι ανατρεπτικές πρωτοβουλίες των φοιτητών στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια τον Μάη του 68 πρέσβευε την ιδέα ότι οι θεσμοί μπορούν να αλλάξουν όχι μόνον μέσω της βίαιης κατεδάφισης και αναδόμησής τους, αλλά και μέσω της άλωσής τους από φορείς επαναστατικών ιδεών, οι οποίοι όμως πρώτα πρέπει να γίνουν λειτουργοί τους και μακροπρόθεσμα να υπονομεύσουν την αστική τους λογική και να την στρέψουν προς μια επαναστατική τροχιά. Το σύνθημα ήταν «η μακρά πορεία μέσω των θεσμών», δηλαδή μια επανάσταση με μικρά βήματα και με διάρκεια μέσα στο χρόνο. Η άλωση του δημόσιου πανεπιστημίου από κλίκες και δίκτυα είναι η εφαρμογή αυτής ακριβώς της στρατηγικής, απλώς διαφέρει η φορά: αντί το πανεπιστήμιο να «υπονομευτεί» με στόχο την υπέρβαση της αστικής ιδεολογίας, υπονομεύεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι «αστικές» αξίες της διαφάνειας, της αμεροληψίας, της ισονομίας, της αξιοκρατίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας υποχωρούν και δίνουν τη θέση τους στις φεουδαλικές αξίες της απολυταρχίας, της ανισότητας, του τρόμου, της αφοσίωσης σε ενδιάμεσους και της ευνοιοκρατίας.

Η μετατόπιση των αξιακών κωδίκων στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε σταδιακά με τη βοήθεια συγκεκριμένων εργαλείων και την επενέργεια συγκεκριμένων συγκυριών. Ο κύριος τύπος κοινωνικού εργαλείου για την υποστήριξη της λειτουργίας μιας κοινότητας συμφερόντων είναι το πελατειακό δίκτυο. Πρόκειται για άτυπες οργανώσεις μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας – κατά κανόνα μελών του ΔΕΠ, αλλά με φοιτητική εκπροσώπηση και παρουσία διοικητικού και τεχνικού προσωπικού – οι οποίες δημιουργούν μια ιεραρχικά διαρθρωμένη κοινότητα, ένα καθόλου φαντασιακό εμείς, η οποία δρα λίγο-πολύ συντονισμένα, με ένα είδος λογοδοσίας των μετεχόντων απέναντι στα ανώτερα κλιμάκια σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά τους στα διάφορα πανεπιστημιακά όργανα και στην πανεπιστημιακή καθημερινότητα εν γένει.

Ένα αποτελεσματικό πελατειακό δίκτυο, πρώτον, δεν είναι ποτέ κομματικά μονοδιάστατο – άρα είναι διακομματικό – και, δεύτερον, έχει πάντοτε απολήξεις στον εξω-πανεπιστημιακό χώρο (πολιτική, οικονομία, δικαιοσύνη). Τρίτον, έχει μεγάλη εμβέλεια μέσα στο πανεπιστήμιο και, τέταρτον, δεν υπάρχει νευραλγική περιοχή ή υπηρεσία μέσα στο πανεπιστήμιο που να μη την ελέγχει. Έτσι το αποτελεσματικό δίκτυο κατά κάποιον τρόπο είναι συνώνυμο των ολοκληρωτικών δομών: η βούλησή του επιβάλλεται γενικευμένα, ανεξάρτητα από τη σχέση της με τη νομιμότητα. Πιο απλά, ένα εξαιρετικά και ακραία αποτελεσματικό δίκτυο είναι σε θέση να αποκρούσει κάθε αμφισβήτηση των πράξεων των μελών του και των αποφάσεων των κεντρικών του προσώπων – και ιδιαίτερα της ηγεσίας του – από τρίτους. Κατά κανόνα η δομή του δικτύου αντανακλά τη διοικητική δομή του θεσμικού πανεπιστημίου από πλευράς προσώπων που το συγκροτούν. Τα πρόσωπα αυτά, σε επίπεδο ανώτερων και ηγετικών στελεχών του δικτύου, ταυτίζονται με τα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου. Το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα ενός δικτύου είναι ο πολιτικός έλεγχος της διανομής συγκεκριμένων μορφών κεφαλαίου που ενδημούν στο πανεπιστήμιο ανάμεσα στα μέλη του και κατά δεύτερο λόγο ανάμεσα στους συνοδοιπόρους. Εξίσου σημαντικό διακύβευμα όμως είναι και η εξασφάλιση προστασίας και ασυλίας, κυρίως των ηγετικών προσώπων του δικτύου, από ενδεχόμενες «ζημίες», ιδιαίτερα από το ενδεχόμενο εμπλοκής σε ελέγχους και δικαστικές περιπέτειες. Θα επιχειρήσω εδώ πολύ σύντομα να σκιαγραφήσω μια θεωρία της μεθόδου με την οποία επιχειρείται και πραγματώνεται η άλωση ενός δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου, όπως είναι τα πανεπιστήμια, από μικρές ή μεγάλες – πάντως σε κάθε περίπτωση κλειστές – ομάδες συμφερόντων με στόχο την εκτροπή της λειτουργίας των πανεπιστημίων προς όφελος κυρίως των μελών της ομάδας και των διαδόχων τους.

Το πρώτο στοιχείο αυτής της θεωρίας αφορά την πραγμάτωση των ρυθμίσεων που περιλαμβάνει ο Ν. 1268/82 (άρθρο 3) για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του πανεπιστημίου και ιδιαίτερα το υψηλό ποσοστό φοιτητικής συμμετοχής σε συνδυασμό με το πώς ορίζει ο νομοθέτης τη φοιτητική εκπροσώπηση. Τα πράγματα εδώ και καιρό έχουν φτάσει σε ένα σημείο όπου αν μια ομάδα πανεπιστημιακών – συνήθως διαπαραταξιακή – καταφέρει να εξασφαλίσει τη συγκόλληση δύο μεγάλων φοιτητικών παρατάξεων (πράγμα που σε ορισμένες περιπτώσεις σημαίνει: των κομματαρχών αυτών των παρατάξεων), κερδίζει τις πρυτανικές εκλογές, τις εκλογές κοσμητόρων, προέδρων των Τμημάτων, ακόμη και διευθυντών των Τομέων. Ο διαχειριστής του πολιτικού κεφαλαίου που λέγεται φοιτητική ψήφος αναδεικνύεται με τον τρόπο αυτόν σε ρυθμιστή του συστήματος «πανεπιστημιακή διοίκηση» και κατά κάποιον τρόπο προάγεται σε ηγεσία του δικτύου πελατειακών σχέσεων. Η ηγεσία του δικτύου είναι, εν μέρει τουλάχιστον, παράγωγο των θεσμικών ρυθμίσεων για τη φοιτητική συμμετοχή στα όργανα ανάδειξης της πανεπιστημιακής διοίκησης και στη λειτουργία τους.

Το δεύτερο στοιχείο της θεωρίας σχετίζεται με την κατάληψη των διοικητικών θέσεων στα πανεπιστήμια από μέλη μιας ομάδας του ΔΕΠ και τη μεταμφίεση των θεσμικών ρόλων σε ρόλους συμβατούς με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του δικτύου. Τα πρόσωπα που, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του μοντέλου που περιγράφουμε, καταλαμβάνουν καίριες διοικητικές θέσεις – π.χ. πρυτανεία, μέλη της Συγκλήτου, πρόεδροι Τμημάτων, μέλη της Επιτροπής Ερευνών κ.α.- πραγματώνουν τους αντίστοιχους ρόλους με τρόπο που απέχει πολύ από τον προβλεπόμενο. Η θέση που κατέχουν τα εν λόγω πρόσωπα είναι κατά κάποιον τρόπο το άλλοθι για την προώθηση συγκεκριμένων συμφερόντων, ουσιαστικά για τη διανομή μορφών κεφαλαίου μέσω της ανομικής χρήσης της δικαιοδοσίας των κατόχων. Οι θέσεις – δηλαδή τα αξιώματα – είναι κατά κάποιον τρόπο προσωπεία κάτω από τα οποία κρύβονται τα πραγματικά πρόσωπα των μελών μιας άτυπης οργάνωσης η οποία προωθεί ιδιοτελή συμφέροντα. Έτσι μια μετακίνηση πόρων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση – π.χ. προς ένα μέλος ΔΕΠ, το οποίο όμως δεν διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους δυνητικούς διεκδικητές σε επίπεδο αξιοκρατικής αξιολόγησης των προσόντων του – δεν γίνεται πλέον λαθραία, παρότι επί της ουσίας είναι λαθραία, αλλά περιβάλλεται με τη νομιμότητα του οργάνου που αποφάσισε τη μετακίνηση. Το λαθραίο νομιμοποιείται μέσω νομιμοφανών αποφάσεων, στο βαθμό που η βούληση των οργάνων στα οποία λαμβάνεται η απόφαση είναι ελεγχόμενη και χειραγωγήσιμη.

Τρίτο στοιχείο της θεωρίας είναι η αντίδραση των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας που δεν ανήκουν στο δίκτυο με τη στενή έννοια – δεν είναι δηλαδή ούτε ηγετικά, ούτε ανώτερα και μεσαία στελέχη – απέναντι στο φαινόμενο «δίκτυο», όταν αυτό αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του στα πανεπιστήμια. Εδώ υπάρχουν τρεις επιλογές: ευθυγράμμιση και συμμετοχή, ευθυγράμμιση και ουδετερότητα, μη-ευθυγράμμιση, αμφισβήτηση και αντίσταση. Ο σημαντικότερος παράγοντας για την εξάπλωση και την αναπαραγωγή του δικτύου πελατειακών σχέσεων είναι η ετοιμότητα προσχώρησης ενός σημαντικού αριθμού μελών του ΔΕΠ στα πλαίσια των ποικίλων συμβιβασμών και συναλλαγών για την εξασφάλιση προνομίων. Αν αυτό συνδυαστεί και με την ετοιμότητα για υιοθέτηση μιας ουδέτερης στάσης απέναντι στο φαινόμενο, τότε αυτοί που μένουν για την εκδήλωση αντίστασης υπερασπιζόμενοι τους θεσμούς, είναι αριθμητικά λίγοι. Όταν σε ένα πανεπιστήμιο αυτοί που ενεργητικά υπερασπίζονται τους κώδικες μιας ακαδημαϊκής κοινότητας προσφοράς είναι μειοψηφία, οι κώδικες αυτοί παροδικά υποχωρούν, δίνοντας τη θέσης τους σε εναλλακτικούς. Οι μειοψηφίες, ωστόσο, μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να αποκτήσουν στρατηγική σημασία για την ακύρωση των μηχανισμών αναπαραγωγής του δικτύου και να οδηγήσουν στην κατάρρευσή του.

Το τέταρτο στοιχείο της θεωρίας είναι η προσωπικότητα των μελών ΔΕΠ που μπαίνουν στον κόπο να καλλιεργήσουν τα «κουκιά», να γίνουν δηλαδή «φοιτητοπατέρες». Στα πρόσωπα αυτά υπάρχει κατά κανόνα μια φιλοδοξία να αποκτήσουν εξουσία και μέσω αυτής αναγνώριση, αλλά αυτό μάλλον δεν είναι το μείζον. Επιλέγουν το πεδίο της ακαδημαϊκής αναγνώρισης μέσω της κατοχής διοικητικών θέσεων και για άλλους λόγους, και συγκεκριμένα, πρώτον, επειδή οι διοικητικές θέσεις τους επιτρέπουν να συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση για τη διανομή διαφόρων μορφών κεφαλαίου και, δεύτερον, επειδή ελπίζουν ότι η επιστημονική και γενικότερα η ακαδημαϊκή αναγνώριση μπορεί να προκύψει τεχνητά μέσα από την αναγνώριση που εξασφαλίζει η κατοχή των διοικητικών θέσεων. Ένας πανεπιστημιακός αξιωματούχος π.χ. που επιστημονικά δεν είναι και τόσο δυνατός, μπορεί να δημιουργήσει την εικόνα ενός δεινού επιστήμονα μέσα από την οργάνωση ημερίδων, συνεδρίων και άλλων εκδηλώσεων δημοσίων σχέσεων των υποτακτικών του στις οποίες υμνείται το πρόσωπο και το επιστημονικό του έργο. Η προσδοκία μετάφρασης της διοικητικής αίγλης σε ακαδημαϊκή αναγνώριση μάλλον δεν είναι αμελητέο κίνητρο για τη διεκδίκηση διοικητικών θέσεων, ειδικά στην ανώτατη εκπαίδευση όπου η διοίκηση για ειδικούς λόγους συμπυκνώνει και τις τρεις μορφές εξουσίας: νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική.

Καταληκτικές παρατηρήσεις

Ασφαλώς δεν είναι όλοι οι αγοραστές ανομικών υπηρεσιών στα πανεπιστήμια ίδιοι: υπάρχουν εξαρτημένοι αγοραστές που δεν έχουν πολλές επιλογές να αποκρούσουν την αγοραπωλησία – αν και ποτέ η επιλογή της συναλλαγής δεν είναι η μόνη επιλογή – υπάρχουν όμως και ισχυροί κυνικοί αγοραστές που επιβάλλουν οι ίδιοι τους όρους της αγοραπωλησίας. Βέβαιο είναι, πάντως, ότι κανείς πανεπιστημιακός λειτουργός δεν είναι υποχρεωμένος να προσχωρήσει στην κουλτούρα της συναλλαγής: κανείς δεν μας αναγκάζει να παραβούμε το καθήκον για να εισπράξουμε ανταλλάγματα, ανεξάρτητα από το αν και πόσο ασκούνται πιέσεις γι αυτό. Η τελική επιλογή είναι δική μας. Είναι γεγονός ότι κάτω από ορισμένες συνθήκες η επιλογή της μη-προσχώρησης είναι οδυνηρή, έχει κόστος, πονά και ζημιώνει. Έχει όμως ένα μεγάλο πλεονέκτημα: την ανεξαρτησία και την ελευθερία της έκφρασης, μαζί με την προστασία από την ανομία. Η ελευθερία της έκφρασης, η ανεξαρτησία της γνώμης και η δέσμευση στο κοινό συμφέρον, έτσι όπως αυτό εκφράζεται με τη βούληση του δημοκρατικού νομοθέτη, είναι σήμερα τα καλύτερα έμπρακτα επιχειρήματα για την υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου ως κοινωνικού αγαθού. Γι αυτό και το τελικό κέρδος που έχει ο πανεπιστημιακός δάσκαλος ο οποίος αρνείται να μπει στο παιχνίδι της συναλλαγής είναι ηθικό. Όταν φεύγει από το πανεπιστήμιο, φεύγει με το κεφάλι ψηλά και με ήσυχη τη συνείδηση ότι έκανε το χρέος του. Και πιστεύω ότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο όταν αποχωρείς να πλημμυρίζει τη συνείδησή σου αυτό το συναίσθημα, παρά ο απολογισμός των ωφελημάτων που έχεις εισπράξει από την εκποίηση του καθήκοντος και το πλήθος των εκβιασμών στους οποίους επιτυχώς συμμετείχες. Αυτή τη δεύτερη στατιστική ας την κάνουν άλλοι. Οι τρεις τιμώμενοι δάσκαλοι σήμερα φεύγουν από τον πολύπαθο χώρο του ελληνικού πανεπιστημίου με το κεφάλι ψηλά. Και φεύγοντας με αυτόν τον τρόπο κάνουν απλά αυτό που για πολλές δεκαετίες έκαναν: με το παράδειγμά τους, διδάσκουν.

Advertisements