του Καθηγητή Σταύρου Α. Ζένιου, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου

(Ομιλία στην εκδήλωση «Πανεπιστήμιο και Κοινωνία» που οργάνωσε από κοινού η Ένωση Συντακτών Κύπρου με το Πανεπιστήμιο Κύπρου, Κτήριο Συμβουλίου Συγκλήτου Αναστάσιος Γ. Λεβέντης, 16 Απριλίου 2008.)

Ίσως σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου δεν βρίσκεται το Πανεπιστήμιο τόσο έντονα υπό συνεχή παρατήρηση όσο στην χώρα μας. Τουλάχιστον, σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ο λόγος είναι απλός: Η χώρα μας δεν διαθέτει τη μακραίωνη ακαδημαϊκή παράδοση των χωρών της δυτικής Ευρώπης και αυτό, καμιά φορά, δημιουργεί παρεξηγήσεις σε ότι αφορά τις προσδοκίες της κυπριακής κοινωνίας από το Πανεπιστήμιο. Θέματα που σε άλλες χώρες είναι αυτονόητα, για εμάς είναι πρωτόγνωρα. Επιπλέον, δημιουργήσαμε Πανεπιστήμιο, ενώ αντιμετωπίζουμε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας μας, αλλά και διερχόμαστε περίοδο προσαρμογής στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.

Ως αποτέλεσμα, η κυπριακή κοινωνία επενδύει πολλές ελπίδες στο Πανεπιστήμιο, και δικαιούται να αναμένει πολλά.

Θα αναπτύξω το αποψινό μας θέμα προσεγγίζοντας το με βάση του τρεις άξονες δράσης των Πανεπιστημίων, αναφερόμενος κυρίως στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το οποίο είχε την τιμή αλλά και φέρει το βάρος να είναι το πρωτότοκο της κοινωνίας μας.

Πρώτον, το Πανεπιστήμιο ως χώρος παραγωγής και διάχυσης γνώσης. Δεύτερον, το Πανεπιστήμιο ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Και τρίτον, το Πανεπιστήμιο ως η «σωκράτεια αλογόμυγα της πόλης».

1. Το Πανεπιστήμιο ως χώρος παραγωγής και διάχυσης γνώσης

Τα Πανεπιστήμια καλούνται σήμερα, στην σύγχρονη κοινωνία της γνώσης, να παράγουν γνώση και στοχασμό όσο ποτέ πριν στην ιστορία τους, να καινοτομήσουν και να καλλιεργήσουν ταλαντούχους νέους που να έχουν, όχι μόνο γνώσεις, αλλά και κριτική σκέψη για να αποτελέσουν έναν καταλύτη αλλαγής, προόδου και εκσυγχρονισμού της κοινωνίας.

Η διάπλαση του ανθρώπινου δυναμικού και η απελευθέρωση των ταλέντων που φέρουν μέσα τους οι νέοι αποτελεί τον κεντρικό άξονα δράσης μας. Σε αυτό το πλαίσιο καλούμαστε να δημιουργούμε ένα «ενάρετο κύκλο» αριστείας: προσέλκυσης των πιο προικισμένων πανεπιστημιακών δασκάλων, οι οποίοι, προσελκύοντας με τη σειρά τους ταλαντούχους μεταπτυχιακούς φοιτητές, αναβαθμίζουν διεθνώς, με τις έρευνες τους, το κύρος του Πανεπιστήμιου. Δημιουργείται έτσι ένας κύκλος παραγωγής και κεφαλαιοποίησης της γνώσης, που συμπληρώνεται με την προσέλκυση των ικανότερων προπτυχιακών φοιτητών.

Η προστιθέμενη αξία για την κοινωνία, από μια τέτοια λειτουργία του Πανεπιστημίου, είναι διπλή. Στο πλαίσιο της προπτυχιακής εκπαίδευσης οι φοιτητές εφοδιάζονται με τις δεξιότητες που απαιτούνται προκειμένου να συνεισφέρουν στην κοινωνική βελτίωση. Παράλληλα, η έρευνα, με την παραγωγή νέας γνώσης, εισάγει νέες ευκαιρίες για κοινωνική βελτίωση.

Πρέπει επομένως να προσφέρουμε εκπαίδευση, που να είναι τόσο διανοητική όσο και χρήσιμη. Στόχος μας, όπως το έθεσε εύστοχα ο Σ.Π. Σνόου, πρέπει να είναι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Πρέπει ταυτόχρονα να αντιληφθούμε ότι η γνώση δεν πρέπει να διαχωρίζεται από την προσπάθεια για κοινωνική βελτίωση. Διαφορετικά καταλήγουμε σχολαστικά εγωκεντρικοί.
Και ακόμη, πρέπει να αποδεχθούμε αυτό που επανειλημμένα έχουν τονίσει οι ιστορικοί, δηλαδή το τι συνιστά κοινωνική βελτίωση είναι ένα επίμαχο θέμα – δεν ομονοούμε απαραίτητα ως προς τον ορισμό της, ούτε στους τρόπους με τους οποίους θα την αποκτήσουμε.

Με άλλα λόγια, ο ολοκληρωμένος άνθρωπος έχει βέβαια τις απαιτούμενες δεξιότητες, γνωρίζει όμως ότι η δεξιότητα δεν διαθέτει κάποιες ενδογενείς αξίες, αλλά υπηρετεί εξωγενείς σκοπούς, στη διαμόρφωση των οποίων επιδιώκει να συμμετάσχει. Και οι εξωγενείς αυτοί σκοποί, όπως και οι απαιτούμενες δεξιότητες, υπόκεινται σε συνεχείς αλλαγές: από τις σύγχρονες τεχνολογίες, την ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου ανώτερης εκπαίδευσης, το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, και τον ανταγωνισμό.

Εδώ ακριβώς βρίσκουμε την πρώτη πρόκληση του Πανεπιστημίου σε σχέση με την κοινωνία. Την ανάγκη δηλαδή να ανταποκριθούμε στις δυνάμεις της αλλαγής, αντί να επαναπαυόμαστε σε ό,τι η δύναμη της συνήθειας υπαγορεύει.

2. Τα Πανεπιστήμια ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης

Το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποτελεί σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες στην περιοχή Λευκωσίας. Απασχολούμε 330 ακαδημαϊκούς, 500 νέους ερευνητές σε ευρωπαϊκά προγράμματα, 4000 προπτυχιακούς φοιτητές, 900 μεταπτυχιακούς φοιτητές, 350 υποψήφιους διδάκτορες, και πέραν των 400 μελών διοικητικού προσωπικού. Διαχειριζόμαστε 300 ερευνητικά προγράμματα, 80 δια-πανεπιστημιακές συμφωνίες συνεργασίας, ανταλλαγές φοιτητών με 155 Πανεπιστήμια σε 21 χώρες.

Αυτά τα θετικά παραδείγματα αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό αναφορικά με το τι θα μπορούσαν να επιτύχουν τα Πανεπιστήμια μας.

Από το Πρόγραμμα Πλαίσιο Έρευνας της ΕΕ μάς αντιστοιχούν, ως χώρα, 500 εκατ. Ευρώ σε ανταγωνιστικά προγράμματα. Θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μερικές χιλιάδες θέσεις εργασίες για νέους κυρίως ανθρώπους, με σημαντικά πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία μας. Ωστόσο, δεν φαίνεται να είμαστε σε θέση να διεκδικήσουμε επιτυχώς αυτά τα κονδύλια, όχι από έλλειψη ποιότητας, αλλά λόγω μικρών μεγεθών. Για παράδειγμα, η Κύπρος είμαστε πρώτη στον αριθμό προτάσεων κατά αναλογία ερευνητών στο Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Έρευνας. Απέχουμε όμως πολύ από τον στόχο της Λισαβόνας για 8 ερευνητές, ανά 1000 εργαζόμενους ― ούτε στα μισά δεν φαίνεται να βρισκόμαστε. 

Επομένως, τα σύγχρονα Πανεπιστήμια μπορούν να διαδραματίσουν πολυδιάστατο ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Στον οποίο για να αντεπεξέλθουν στο βαθμό που αναμένει η δική μας κοινωνία απαιτούνται σημαντικές αλλαγές στο ευρύτερο περιβάλλον:

Είμαστε τελευταίοι στις επενδύσεις στην έρευνα κατ’ αναλογία του ΑΕΠ από όλους τους ευρωπαϊκούς μας εταίρους. Έχουμε ίσως το μόνο Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας όπου οι ερευνητές ΔΕΝ εκπροσωπούνται. Είμαστε το μόνο πανεπιστήμιο που γνωρίζω, όπου οι κανονισμοί διαχείρισης έρευνας απαιτούν έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής.

Τώρα, ο Winston Churchill, είχε μια σημαντική αρχή την οποία υιοθετώ: Να μην ασκείς κριτική επί ενός θέματος αν δεν είχες προηγουμένως υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις. Κάτι το οποίο έχουμε πράξει ως Πανεπιστήμιο. Συγκεκριμένα:
* Πρόταση, σε συνεργασία με την ΟΕΒ, για τη δημιουργία Περιφέρειας Γνώσης Λευκωσίας προς ενεργοποίηση της διαδικασίας γνώση ― καινοτομία ― οικονομική ανάπτυξη.
* Πρόταση για τη δημιουργία της Ζηνωνίου Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών Κύπρου, σε συνεργασία με τον Πρόεδρο της Ένωσης Ευρωπαϊκών Ακαδημιών.
* Πρόταση για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας, μέσω της Συνόδου των Πρυτάνεων.
* Πρόταση για να επιτρέπεται στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου να εκδίδει κανόνες για διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων.

Όλες αυτές οι προτάσεις επιφέρουν αλλαγές, και επομένως προκαλούν τριβές. Γνωρίζω ότι ο ΥΠ όχι μόνο συμμερίζεται αυτές τις θέσεις, αλλά και τις κατανοεί εις βάθος. Ελπίζω ότι στα προσεχή χρόνια θα κινηθούμε με γρήγορους ρυθμούς για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.

3. Το Πανεπιστήμιο ως η «σωκράτεια αλογόμυγα της πόλης»

Έρχομαι τώρα στον ρόλο του Πανεπιστημίου που προκαλεί και τις μεγαλύτερες τριβές. Το Πανεπιστήμιο, εμπνεόμενο από το μοντέλο συμπεριφοράς του Σωκράτη, οφείλει να αποτελεί την ‘αλογόμυγα της πόλης’ – δηλαδή να προκαλεί, να προβληματίζει, να εισάγει ‘καινά δαιμόνια’ στην κοινωνία. Αν όμως κάνεις κάτι πρωτοποριακό, τα συντηρητικά στοιχεία μιας κοινωνίας αντιδρούν. Αν δεν κάνεις, ασκείται κριτική από όσους δεν είναι ικανοποιημένοι από την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Μας κατατρέχει δηλαδή η ρήση του Μακιαβέλι ότι

«τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο, πιο αβέβαιο, πιο επικίνδυνο από το να πάρει κανείς την πρωτοβουλία της εισαγωγής νέων θεσμών και εθίμων. Γιατί ο μεταρρυθμιστής έχει εχθρούς όλους εκείνους, που έχουν άμεσο και απόλυτο συμφέρον να διατηρούνται οι παλιοί θεσμοί και βρίσκει απρόθυμους φίλους εκείνους που θα ωφεληθούν από τους νέους θεσμούς.»

Εδώ όμως οφείλουμε να κατανοήσουμε κάτι. Το Πανεπιστήμιο περνά στα χέρια μιας νέας γενιάς κυπρίων, μεγαλωμένων με τις αρχές και τις άξιες της κυπριακής κοινωνίας, αλλά μιας νέας γενιάς, που ωρίμασαν και διαμόρφωσαν χαρακτήρα μέσα στη διεθνή κοινότητα. Επέστρεψαν στη χώρα όπου γεννήθηκαν γιατί πίστεψαν στο όνειρο της δημιουργίας ενός Πανεπιστήμιου της Κύπρου και ένοιωσαν βαρύ το χρέος της προσφοράς. Αυτό πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε. Όμως οι εμπειρίες που μεταφέρουν ενδεχομένως να φαίνονται, μερικές φορές, ξένες, αλλότριες με τα τοπικά ήθη, ακόμη και ακατανόητες.

Οφείλουμε επομένως να καλλιεργήσουμε πρωτίστως συνθήκες υγιούς διαλόγου και καλοπροαίρετης ανοχής σε ετερόδοξες απόψεις. Άλλωστε οι ετερόδοξες απόψεις του χθες είναι συχνά οι ορθόδοξες απόψεις του σήμερα. Γι΄ αυτό πρέπει να σεβαστούμε τις επιλογές των Πανεπιστημίων όταν επιλέγουν να κινούνται σε κατευθύνσεις διαφορετικές από αυτές που ενδεχομένως αναμέναμε.

Το Πανεπιστήμιο δεν ζητά καταφύγιο πίσω από την αυτονομία του. Πάντοτε, σε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις, επιδιώκουμε το διάλογο και εξηγούμε τις θέσεις μας. Όμως οφείλουμε στο τέλος να ασκήσουμε τα δικαιώματα που απορρέουν από την αυτονομία μας. Η ενεργός διαφύλαξη της αυτονομίας του Πανεπιστημίου είναι απαραίτητο συστατικό για τη διεθνή καταξίωσή του προς το συμφέρον όλων, και ειδικά των μελλοντικών γενεών.

Αναφέρω μερικά παραδείγματα όπου οι θέσεις μας δεν έγιναν κατανοητές, παρά μετά από τριβές αφού ενεργήσαμε αποφασιστικά και αυτόνομα:

Το 2004 οργανώνουμε σειρά συζητήσεων για το Σχέδιο Ανάν τονίζοντας ότι: «Το Πανεπιστήμιο, μέσα από τις εκδηλώσεις που διοργανώνει έχει αναλάβει τον ρόλο που αναμένεται από τη διανόηση της χώρας, όπως δηλαδή ευρίσκεται σε κατάσταση επιφυλακής για να μην επιτραπεί στις μισές αλήθειες και τις κοινώς παραδεδεγμένες απόψεις να συμπαρασύρουν τους ανθρώπους. Για να μπορέσουν οι πολίτες να αποφασίσουν ελευθέρα, να αποφασίσουν αφού πληροφορηθούν αντικειμενικά, και να αποφασίσουν νηφάλια.» Το Πανεπιστήμιο επικρίθηκε από αρχηγό πολιτικού κόμματος αναφορικά με την ανάγκη για ανάλυση του Σχεδίου ο οποίος είπε ότι «δεν γνωρίζω να έκανε κάτι τέτοιο» ― προφανώς παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι μια «νηφάλια ανάλυση» είναι επίσης ανάλυση. Εκ των υστέρων βεβαίως έγινε από όλους αποδεκτό, και το είχε αναφέρει και ο νύν πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι η κοινωνία μας βρέθηκε μέσα σε ένα «παροξυσμό» ενώ καλλιεργήθηκε μια τοξική «περιρρέουσα ατμόσφαιρα». Αυτοί που «δεν γνώριζαν τι έκανε το Πανεπιστήμιο» απέρριψαν την πρόσκληση για διάλογο των προεδρικών υποψηφίων μπροστά από την πανεπιστημιακή κοινότητα και τους νέους αυτής της κοινωνίας.

Το 2003 το Πανεπιστήμιο αποφασίζει να οριοθετήσει την κατώτερη βαθμολογία εισδοχής στην Πολυτεχνική Σχολή. Του γίνεται επίθεση για «ελιτίστικη συμπεριφορά» και ότι «μας επιστρέφει χρόνια πίσω», αλλά και αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης. Το Πανεπιστήμιο όμως δικαιώθηκε στο δικαστήριο, με τους πρώτους απόφοιτους όλοι θεωρούμε ότι ήταν σοφή η απόφαση της Συγκλήτου, και χαιρόμαστε σήμερα τις επιτυχίες της Σχολής και το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης των αποφοίτων μας.

Φέτος το Πανεπιστήμιο βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα αναφορικά με την απόφασή του να ανοίξει τις πόρτες στα παιδιά των ιδιωτικών σχολείων αποδεχόμενο ένα ποσοστό φοιτητών με διεθνείς εξετάσεις. Το Πανεπιστήμιο εξηγεί ότι το μέτρο αυτό είναι απαραίτητο για να διατηρηθούν τα υψηλά επίπεδα καθώς αυξάνεται ο αριθμός φοιτητών. Εξηγούμε ότι πρόκειται για ένα μέτρο εκσυγχρονιστικό, που προβλέπει και η Σύμβαση της Λισαβόνας, την οποία έχει υπογράψει η Κύπρος. Και πάλι γίνεται στο Πανεπιστήμιο επίθεση για «ελιτίστικη συμπεριφορά», ότι «μας επιστρέφει στην Παλμεροκρατία», και αποτελεί «Δούρειο Ίππο» της δημόσιας εκπαίδευσης. Και πάλι αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης. Κάτω από συνδικαλιστικές πιέσεις γίνονται εκκλήσεις στο Πανεπιστήμιο να αναστείλει το μέτρο.

Αρθογράφος συντηρητικής εφημερίδας, που δυσκολεύεται να κατανοήσει την στάση του Πανεπιστημίου, μας καταλογίζει ότι «ηδονιζόμαστε να πηγαίνουμε αντίθετα με την κοινωνία». Ευφυής μεν, αλλά αβάσιμη τοποθέτηση. Η κυπριακή κοινωνία, σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ πριν λίγα χρόνια, έβαλε το Πανεπιστήμιο Κύπρου μεταξύ των πρώτων θεσμών που εμπιστεύεται.

Ολοκληρώνω λοιπόν εξηγώντας το πού στηρίζουμε την επιμονή στις θέσεις μας.

Το Νόμπελ στα Οικονομικά απονεμήθηκε το 2004 στους Edward Prescott και Finn Kydland για τη θεωρία τους αναφορικά με τη «διαχρονική ασυνέπεια». Δηλαδή, το φαινόμενο όπου μακροχρόνιοι στόχοι πολιτικής αποτυγχάνουν, όταν υπόκεινται σε βραχυχρόνιες προσαρμογές από ισχυρές ομάδες πίεσης. Όταν οι έχοντες ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων υποκύπτουν στις ομάδες πίεσης προκαλείται «διαχρονική ασυνέπεια», και οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται. Προς απογοήτευση βεβαίως όλων που διερωτώνται «γιατί αποτύχαμε».

Για παράδειγμα, η λειψυδρία που μας βασανίζει σήμερα είναι το κόστος της διαχρονικής ασυνέπειας αναφορικά με την ανάγκη δημιουργίας μονάδων αφαλάτωσης. Αν το Πανεπιστήμιο δεν φανεί σήμερα συνεπές στα εκσυγχρονιστικά μέτρα που επιδιώκει, κάτω από την πίεση ισχυρών ομάδων, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη των μειωμένων επιπέδων Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης; Γι’ αυτό και επιμένουμε στην θέση μας.

Έχουμε επίγνωση ότι είναι δύσκολος ο δρόμος του εκσυγχρονισμού ενός κοινωνικού συνόλου. Όμως, όπως το έθεσε προκλητικά ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε: «Τα δύσκολα είναι η μοίρα μας», και αυτό το δρόμο οφείλουν τα Πανεπιστήμια να ακολουθούν.

Βιβλιογραφία

Gordon Graham, Universities: The recovery of an idea, Imprint Academic, UK, 2002.
Judith Rodin, The Agenda for Excellence: President’s message, 1994—1995 annual report, The Office of the president, University of Pennsylvania, PA, 1995.
Judith Rodin, The Agenda for Excellence: President’s message, 1996—1997 annual report, The Office of the president, University of Pennsylvania, PA, 1997.
Magna Charta Universitatum Europearum, Bologna, 1998.
Χαρίδημος Τσούκας, Η ηγεσία στην εποχή της αβεβαιότητας, Plant Management, Απρίλιος-Μάϊος 2000, σσ.22-28
Observatory for Fundamental University Values and Rights, Autonomy and Responsibility, Bononia University Press, Bologna, 2002.

Advertisements