ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Τον τελευταίο καιρό, ο Σύλλογος είναι αποδέκτης πολλών και αιχμηρών σχολίων σχετικά με την πολιτική των προσλήψεων που εφαρμόζει η Διοίκηση για την κάλυψη επιστημονικών ή λειτουργικών αναγκών του Κέντρου. Εκτός κι εντός των τειχών επικρατεί η άποψη (σχεδόν βεβαιότητα) ότι το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. είναι πλέον το χωνευτήρι των κυβερνητικών ρουσφετιών. Η πλειονότητα των πρόσφατων προσλήψεων γίνεται πλέον κατόπιν εντολών-παρακλήσεων υπουργών, γενικών γραμματέων, βουλευτών ακόμη κι ανθυπο-πολιτευτών του κυβερνώντος κόμματος, καταργώντας κάθε διαδικασία αξιοκρατικής επιλογής προσωπικού.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι ρουσφετολογικές προσλήψεις πάντα γινόταν στο Κέντρο και ότι είναι μια πάγια πρακτική σε όλους σχεδόν τους εργασιακούς χώρους. Αυτό είναι αληθές. Ωστόσο, τον τελευταίο χρόνο η παραπάνω πρακτική εδραιώθηκε στο ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. με ένα εξοργιστικά προκλητικό και ανενδοίαστο τρόπο. Όμως, το ποτήρι ξεχείλισε κι ο Σύλλογος δηλώνει ότι δεν θα ακολουθήσει τη λογική της σιωπηλής αποδοχής ή της ανοιχτής συγκατάβασης σε αυτά τα απαράδεκτα και προκλητικά φαινόμενα.

Η πρόθυμη αποδοχή κάθε ρουσφετιού από την Διοίκηση, με βασικό επιχείρημα ότι το Κέντρο θα επωφεληθεί πολλαπλά μέσω παράπλευρων δρόμων, προβάλλει ως η μόνη επιλογή στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν τον χώρο μας και γι΄ αυτό κάθε συλλογική ή μεμονωμένη αντίθετη άποψη είναι καταδικαστέα. Πιθανώς, οι προθέσεις της Διοίκησης να είναι αγαθές (βλ. αμάρτησα για το παιδί μου), απέθεσε όμως όλες τις ελπίδες της, για να βγει από τον κυκεώνα των προβλημάτων της (-μας), σε μια αναχρονιστική, αναποτελεσματική κι αδιέξοδη λογική. Η άνευ όρων παράδοση της Διοίκησης στις παλαιοκομματικές πρακτικές δίνει κακό παράδειγμα για τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας και υποστέλλει το (συν-)αγωνιστικό φρόνημα των εργαζόμενων. Αυτή η διάχυτη ηττοπάθεια μας στεναχωρεί και μας βρίσκει αντίθετους.

Ο Σύλλογος διευκρινίζει εκ προοιμίου ότι δεν στρέφεται εναντίον των συναδέλφων που προσλήφτηκαν με άνωθεν εντολή διότι τα θεωρεί θύματα της ανάλγητης νεοελληνικής κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας που τους ώθησε να αναζητήσουν εργασία μέσα από πλάγιους τρόπους. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι κάποιοι εξ αυτών μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα συνεπείς και πλήρεις στις υποχρεώσεις τους. Παρόλα αυτά, εναντιώνεται σε κάθε είδους πρόσληψη που: (α) δεν ακολουθεί την νόμιμη διαδικασία διορισμού, (β) δεν ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες του Κέντρου, έτσι όπως έχουν περιγραφεί στον πενταετή προγραμματισμό του, (γ) θέτει φραγμούς στην εξέλιξη μονίμων συναδέλφων, (δ) έχει αρνητικές συνέπειες σε άλλους συμβασιούχους συναδέλφους που λόγω της υπερφόρτωσης των κονδυλίων μισθοδοσίας (παρακρατήσεις, προγράμματα κ.ά.) οδηγούνται σε απόλυση, και (ε) υποκρύπτει συνδιαλλαγή με ίδιον όφελος.

Υπό αυτό το σκεπτικό, στιγματίζουμε δύο καραμπινάτες περιπτώσεις προσλήψεων που οι ενδιαφερόμενοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην προαναφερόμενη κατηγορία των απελπισμένων ανέργων.

Κατά τη διάρκεια του αρχικού σταδίου (65η Συνεδρία του Δ.Σ.) της πρόσφατης διαδικασίας προκήρυξης δεκατριών Ερευνητών-ΕΛΕ του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. προβλέπονταν: μία θέση Α΄ Ερευνητή Μηχανικού περιβάλλοντος στο Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων και μια θέση Γ΄ ΕΛΕ Χειριστή και συντηρητή υποθαλάσσιων οχημάτων στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας. Λίγο πριν το τελικό στάδιο της προκήρυξης, το Δ.Σ. του Κέντρου (77η Συνεδρία), μετά από εισήγηση του Δ/ντή Ωκεανογραφίας, αποφάσισε να αντικαταστήσει τις δύο παραπάνω θέσεις με τις εξής: μια θέση Β΄ Ερευνητή Χημικού στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας με γνωστικό αντικείμενο: οργανική σύνθεση με έμφαση στη σύνθεση και μελέτη μικρών μορίων ως δομικών μονάδων σε πολύπλοκα βιομόρια και μόρια αποδεδειγμένης βιοδραστικότητας (!!!), και μια θέση Β΄ ΕΛΕ Αρχαιολόγου στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας με γνωστικό αντικείμενο: κλασική αρχαιολογία (!!!).

Με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι οι νέες θέσεις δεν σχετίζονται με τη θαλάσσια έρευνα, πολλώ δε μάλλον με την ωκεανογραφία. Η πρώτη συνδέεται με την παρασκευή φαρμάκων και η δεύτερη με την αρχαιολογία της κλασικής Ελλάδας (ούτε καν με τις ενάλιες αρχαιότητες). Και εδώ εγείρονται πολλά ερωτήματα:

Γιατί το Δ.Σ. του Κέντρου αποφάσισε την τελευταία στιγμή να αλλάξει το αντικείμενο των δυο θέσεων; Με ποιο κριτήριο η θέση Α΄ Ερευνητή στο Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων θεωρήθηκε λιγότερο απαραίτητη από αυτή του Β΄ Ερευνητή στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας.
Γιατί, ενώ το Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων διαμαρτύρονταν πάντα για έλλειψη ερευνητικού προσωπικού, αποδέχτηκε την περικοπή της θέσης που τόσο θα το ενίσχυε σε έμψυχο δυναμικό προς ώφελος του πολυπληθούς Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας;
Γιατί δεν ελήφθησαν υπόψη οι πραγματικές ανάγκες του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας και προκηρύχτηκαν, ταυτόχρονα, δυο θέσεις Ερευνητών με γνωστικό αντικείμενο την Οργανική Χημεία (η δεύτερη ως Ερευνητή Γ΄ στην Χημική Ωκεανογραφία – ουδείς ψόγος), τη στιγμή που άλλες απαραίτητες ειδικότητες Ωκεανογράφων αγνοήθηκαν παντελώς.
Γιατί η θέση του Κλασικού Αρχαιολόγου θα προωθήσει την ωκεανογραφία περισσότερο από έναν ειδικό επιστήμονα στην λειτουργία και εξέλιξη των επανδρωμένων και μη υποβρυχίων;
Η Διοίκηση δικαιολόγησε την επιλογή της να προκηρύξει θέση ΕΛΕ (κι όχι Ερευνητή) για τον/την Αρχαιολόγο με το σκεπτικό ότι δεν προβλεπόταν αντίστοιχη θέση Ερευνητή στο Π.Δ. του Κέντρου. Εδώ εγείρονται δυο ερωτήματα: (α) όταν στο οργανόγραμμα δεν προβλέπεται θέση Ερευνητή, μπορεί να γίνει πρόσληψη τού οποιουδήποτε ως ΕΛΕ, ακόμα και με άσχετο προς τη θαλάσσια έρευνα αντικείμενο; (β) αν δεχτούμε το παραπάνω σκεπτικό, γιατί δεν προκηρύχτηκε και η θέση του Χημικού οργανικής σύνθεσης ως ΕΛΕ, εφόσον η παρασκευή φαρμάκων δεν εμπίπτει στις δραστηριότητες της ωκεανογραφίας;

Όλες αυτές οι εύλογες απορίες λύθηκαν μονομιάς όταν αποκαλύφθηκαν τα ονόματα των ενδιαφερομένων: του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εποπτείας Φορέων (ΦΟΡ) της ΓΓΕΤ για τη θέση του Χημικού, και της κόρης του Γενικού Γραμματέα Έρευνας & Τεχνολογίας για τη θέση του Αρχαιολόγου!

Αμέσως μετά την εκλογή τους, οι δυο συνάδελφοι (πλέον) δεν παρουσιάστηκαν στην υπηρεσία, αλλά ζήτησαν και πήραν αναστολή ανάληψης καθηκόντων για την διευθέτηση προσωπικών τους υποθέσεων.

Στο διάστημα της αναστολής (το οποίο δεν έχει ακόμα εκπνεύσει) συνέβησαν τα εξής περιστατικά:
Η ΓΓΕΤ γνωμάτευσε θετικά (με υπογραφή του αρμόδιου Διευθυντή ΦΟΡ, ο οποίος όμως τυχαίνει να είναι κι εκλεγμένος Β΄ Ερευνητής του ΕΛΚΕΘΕ), στην ερώτηση που απεύθυνε το ΕΛΚΕΘΕ και αφορούσε στο δικαίωμα παραμονής του Δρ. Ε. Μπαλόπουλου στην θέση του Διευθυντή Ωκεανογραφίας μετά τη λήξη της θητείας του και την συνταξιοδότησή του (4 Μαρτίου 2008). Είναι παράδοξο και σίγουρα ηθικά ασυμβίβαστο όταν ένας οιωνεί υφιστάμενος να επικυρώνει θετική γνωμάτευση για τον προϊστάμενό του αλλά και εισηγητή της πρόσληψής του! Αν μη τι άλλο για λόγους ευθιξίας θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί από το ουσιαστικό και τυπικό μέρος της υπόθεσης. Ωστόσο, το θέμα δεν κλείνει εδώ. Ο Διευθυντής Ωκεανογραφίας άρχισε να αναζητά δυο εργαστηριακούς χώρους (με ειδικές προδιαγραφές) και γραφεία για να στεγάσει τον εξοπλισμό και το συνοδό προσωπικό που θα φέρει μαζί του ο νυν Διευθυντής ΦΟΡ της ΓΓΕΤ κι εκλεγμένος Β΄ Ερευνητής, όταν οι διαθέσιμοι χώροι στο κτίριο του Τρίτωνα είναι υπερπλήρεις κι ο Σύλλογος είναι υπό έξωση από το γραφείο του.

Κι ενώ η Διοίκηση περίμενε ότι η εκλογή των προσώπων αυτών θα συνοδευόταν από την ευνοϊκή αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων του Κέντρου, όχι μόνο δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα, ο Πρόεδρος του ΕΛΚΕΘΕ φτάνοντας σε αδιέξοδο απηύθυνε επιστολή προς τον Καθηγ. Ι. Τσουκαλά (Γενικό Γραμματέα Ε&Τ) και του ζητούσε επιτακτικά να δώσει λύση στην τραγική κατάσταση που έχει περιέλθει το Κέντρο. Βέβαια, ο Καθηγ. Ι. Τσουκαλάς (μάλλον) παρέπεμψε με θετική (όπως πάντα!) εισήγηση το θέμα στον Υπουργό χωρίς καμιά απολύτως δέσμευση. Έκτοτε, η επιστολή παραχώθηκε στα συρτάρια του Υπουργού κ. Φώλια και δεν πρόκειται να ξαναβγεί. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Καθηγ. Ι. Τσουκαλάς υπέβαλε την παραίτησή του από την ΓΓΕΤ, αφήνοντας έτσι στο ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. παρακαταθήκη (αμανάτι) την πολύτιμη φιλία του αλλά και την κόρη του!

Για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται περίτρανα ότι το ρουσφέτι έχει βραχυπρόθεσμα και αμφιλεγόμενα αποτελέσματα που σε κάθε περίπτωση δεν συμβάλλει στην επίλυση μεγάλων προβλημάτων ενός χώρου. Δεν είναι τυχαίο που όλοι, ανεξαιρέτως, οι εκπρόσωποι του πολιτικών και κοινωνικο-οικονομικών φορέων παραδέχονται ότι το ρουσφέτι είναι η γάγγραινα του νεοελληνικού κράτους και διατείνονται ότι θα το ξεριζώσουν από την πρακτική και τη συνείδηση όλων μας. Ωστόσο, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις τους, είναι οι ίδιοι που διαιωνίζουν αυτή την κατάσταση και τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο της αναξιοκρατίας. Φτάνει πια!

Ο Σύλλογος θεωρεί ότι το ΕΛΚΕΘΕ δεν αξίζει να γίνει το κελλάρι των ημετέρων παιδιών, αλλά ένας προοδευτικός χώρος που να προωθεί ανεμπόδιστα την αναζήτηση νέων επιστημονικών επιτευγμάτων και κοινωνικών δράσεων με αξιοκρατία και διαφάνεια.

Για το Δ.Σ. του Πανελλήνιου Συλλόγου Εργαζομένων στο ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.,

Ο Πρόεδρος

Καψιμάλης Βασίλης

O Γενικός Γραμματέας

Κιόρογλου Σωτήρης

Advertisements