Χτες ο υποψήφιος πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας έδωσε συνέντευξη που μεταδόθηκε ζωντανά στο διαδίκτυο. Από τις 170 ερωτήσεις που κατέθεσαν οι αναγνώστες των μπλογκς επιλέχθηκαν 15, μεταξύ των οποίων και μία δική μου για την Παιδεία. Η ερώτηση και η απάντηση (απομαγνητοφωνημένες) δίνονται παρακάτω.

Τσιμιτάκης: Η τρίτη ερώτηση κατατέθηκε στο πολιτικό μπλογκ από τον Θέμη Λαζαρίδη. Κύριε Τσίπρα, είστε υπεύθυνος παιδείας και νεολαίας (δεν είναι υπεύθυνος παιδείας και νεολαίας, ήταν παλαιότερα) του κόμματός σας. Είναι κοινή πεποίθηση ότι η ελληνική παιδεία νοσεί. Το έδειξαν εξάλλου και τα αποτελέσματα των διαγωνισμών PISA του 2000, 2003, και 2006. Ποιά πιστεύετε ότι είναι τα αίτια; Είναι μόνο θέμα «υποχρηματοδότησης»; Ποιά είναι η θέση σας για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Πέρυσι ο Συνασπισμός κατέθεσε πρόταση για την κατάργηση των εξετάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Πώς αυτό μπορεί να συμβεί τη στιγμή που οι πρώτες προτιμήσεις ήταν φέτος 2082 στο Παιδαγωγικό ΑΠΘ, 1838 στο παιδαγωγικό Αθηνών, 1831 στη Νομική Αθηνών, 915 στην Ιατρική Αθηνών, κτλ ενώ ο αριθμός που μπορούν αυτά τα τμήματα να εκπαιδεύσουν δεν ξεπερνάει τους 150-200 φοιτητές;

Τσίπρας: Καταρχήν είναι τρία διαφορετικά ερωτήματα· θα απαντήσω και στα τρία. Ας ξεκινήσω από το τελευταίο. Εγώ θα μπορούσα να βρω πολλούς και διαφορετικούς λόγους για να κάνω κριτική στην πρόταση του Συνασπισμού. Τεχνικούς. Θα μπορούσα να βρω δηλαδή κι άλλα σημεία όπου κάνοντας ανάλυση της πρότασης αυτής στη βάση της σημερινής πραγματικότητας θα έβλεπα ότι υπάρχει μεγάλη αναντιστοιχία. Όμως η πρόταση αυτή του Συν. βασίζεται σε μία αντίληψη που λέει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα είναι σε λαθεμένη κατεύθυνση και πρέπει να αλλάξει ριζικά. Και άρα αν αλλάξει ριζικά τότε τα δεδομένα θα είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που έχουμε σήμερα. Και να συνδέσω λίγο την τελευταία ερώτηση με την πρώτη ερώτηση. Αν είναι μόνο ζήτημα υποχρηματοδότησης ή είναι και ζήτημα συνολικής στρατηγικής. Δεν είναι μόνο ζήτημα υποχρηματοδότησης. Βεβαίως, είναι μεγάλο το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή το ότι σήμερα είμαστε από τις τελευταίες , συναγωνιζόμαστε αν δεν κάνω λάθος στην Ευρώπη των 15 με την Πορτογαλία, τώρα που έχουν μπει και άλλες χώρες στην ΕΕ, μπορεί να μην είμαστε ακριβώς στον πάτο αλλά είμαστε από τις τελευταίες χώρες της Ε.Ε. σε δαπάνες για την Παιδεία. Και δεν είναι τυχαίο αυτό. Διότι υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Διότι συνεχίζουμε να δίνουμε υπέρογκες δαπάνες σε εξοπλισμούς για παράδειγμα. Από την άλλη όμως είναι σωστό το να λέει κανείς ότι δεν είναι μόνο ζήτημα οικονομικό. Είναι και ζήτημα κατεύθυνσης. Το εκπαιδευτικό ζήτημα είναι βασισμένο σε μιά λάθος βάση, σε μιά λάθος στρατηγική, σε μιά λάθος κατεύθυνση. Είμαστε η μοναδική ίσως χώρα στην Ευρώπη που δίνουμε έναν ισόποσο προϋπολογισμό σε ιδιωτικές δαπάνες, η κάθε μία οικογένεια ξεχωριστά στην παραπαιδεία. Και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι σήμερα το σχολείο ουσιαστικά έχει γίνει πάρεργο του φροντιστηρίου, ότι το Λύκειο είναι εξεταστικός προθάλαμος των ΑΕΙ, και ότι έχουμε ένα μοναδικής έμπνευσης σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που σαν ρώσικη ρουλέτα παίρνει τα παιδιά των 16,17,18 χρονών, τα στίβει πραγματικά, και τους βάζει ας πούμε ένα πιστόλι στον κρόταφο να διαλέξουνε σχολές που τελικά μπορεί να μπούνε σε μιά σχολή που δεν επιθυμούνε, να σπουδάσουν κάτι το οποίο δεν θέλουνε, να δουλέψουν σε κάτι το οποίο δεν τους αφορά, δεν το αγαπάνε. Άρα λοιπόν εμείς αυτό που πιστεύουμε, η αξία πάνω στην οποία οικοδομήσαμε την πρότασή μας, είναι ότι η μόρφωση, η παιδεία, έχει αξία από μόνη της, σε οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα και αν βρεθούμε. Και βεβαίως βλέποντας την πραγματικότητα σήμερα διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε με όρους της δεκαετίας του 60 όπου για παράδειγμα αν έβγαινες μηχανικός ή γιατρός είχες λύσει το πρόβλημα της ζωής σου, γιατί και σήμερα μπορεί να σπουδάσεις μηχανικός- όχι γιατρός, αλλά μηχανικός, δικηγόρος, και να μην μπορείς να βρεις δουλειά. Άρα λοιπόν εμείς τι λέμε. Λέμε ότι πρέπει να αλλάξουμε πλήρως αυτό το εξεταστικοκεντρικό σύστημα σε ένα σύστημα που θα παρέχει τη δυνατότητα σε όλους όσους το επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στη γνώση. Και λέμε 12χρονο σχολείο, ενιαίο σχολείο για όλους – με τη δίχρονη προσχολική εκπαίδευση 14χρονο – και μετά ελεύθερη πρόσβαση σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με δύο πυλώνες: την επαγγελματική μεταλυκειακή εκπαίδευση και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Και στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση λέμε το εξής, για να λύσω και την τεχνική απορία: για παράδειγμα δεν θα μπορεί να εισαχθεί κάποιος στην ιατρική σχολή, αλλά θα μπορεί να εισαχθεί σε έναν ενιαίο κλάδο που θα λέγεται ο κλάδος της ιατρικής, των ιατρικών επιστημών. Όπου εκει θα μπαίνουνε και όσοι θέλουν να πάνε στην Ιατρική και όσοι θέλουν να πάνε στην οδοντιατρική, και όσοι θέλουν να πάνε στη βιολογία, και όσοι θέλουν να πάνε στη φαρμακευτική, και εκεί θα υπάρχει ένα πρώτο έτος, όχι προπαρασκευαστικό, ένα πρώτο έτος με κοινά μαθήματα, διότι είναι κοινά τα μαθήματα σε αυτόν τον κλάδο του ενιαίου επιστημονικού αντικειμένου. Θα παρακολουθούν όλοι αυτά τα μαθήματα και ανάλογα με τη δυνατότητά τους να τα περάσουνε, τους βαθμούς που θα παίρνουνε, θα περνάνε στο δεύτερο έτος στη σχολή της αρεσκείας τους. Βεβαίως για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να ισορροπήσει το σύστημα, η ζήτηση και η προσφορά, οι ανάγκες της κοινωνίας και η κουλτούρα του κόσμου να το κατανοήσει το σύστημα, θα αναγκαστούμε να έχουμε numerus clausus, κλειστό νούμερο για παράδειγμα για την ιατρική. Όμως κάποια στιγμή, στα 5 χρόνια στα 6 χρόνια, θα ισορροπήσει το σύστημα και θα ξέρει κανείς τις δυνατότητές του, την προοπτική που έχει και θα ξέρει κανείς τι να επιλέξει ανάλογα με το τι θέλει και όχι ανάλογα με αυτό που θα τον ρίξει το σύστημα το εξεταστικό.

Στο δεύτερο ερώτημα, το μεσαίο αν δεν κάνω λάθος, που αφορούσε την αξιολόγηση, πρέπει να πω ότι εδώ είναι μιά πολύ μεγάλη συζήτηση και είναι μιά πολύ παρεξηγημένη έννοια, μάλλον φορτισμένη θετικά, κανείς δεν μπορεί να είναι ενάντια στην αξιολόγηση σήμερα, ούτε και μεις είμαστε ενάντια στην αξιολόγηση, όμως δεν μπορεί η αξιολόγηση να γίνεται εργαλείο στα χέρια των εκάστοτε κυβερνήσεων προκειμένου να επιλέγουν τη χρηματοδότηση σχολών ή εμπάσει περιπτώσει σχολικών μονάδων. Διότι αυτό έγινε, τουλάχιστον η πρόθεση της προηγούμενης υπουργού για την αξιολόγηση στα πανεπιστήμια αυτό ακριβώς εμπεριείχε, αυτήν την αντίληψη, ότι κάποιες σχολές επειδή δεν έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε δαπάνες, δεν θα αυξήσουμε τις δαπάνες, αλλά θα τις κατανείμουμε με βάση το ποιές είναι οι πιό παραγωγικές σχολές. Και ποιός θα ορίσει την παραγωγικότητα, όχι κάποια εκπαιδευτικά κριτήρια κοινώς αποδεκτά και από τα ίδια τα ιδρύματα, αλλά η ίδια η αγορά. Με αυτή τη λογική, για παράδειγμα μιά σχολή κοινωνιολογίας που δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ανταποδοτική με όρους της αγοράς, δεν θα είχε κανένα μέλλον, θα έπρεπε να κλείσει. Ε αυτού του είδους την αξιολόγηση βεβαίως και δεν τη θέλουμε. Μιά αξιολόγηση που θα έρχεται μέσα από τα ίδια τα ιδρύματα, που θα συμβάλει σε αυτήν η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα με στόχο, όχι να ρίξουμε κάποιους στον Καιάδα, αλλά ίσα-ίσα, όποιοι είναι πιό αδύναμοι να τους βοηθήσουμε να αυξήσουνε το ποιοτικό επίπεδο της παρεχόμενης γνώσης, βεβαίως και τη θέλουμε.

Τσιμιτάκης: Ωραία, εν τούτοις αυτή η διαφορά -παρεμβαίνω τώρα πριν πάω στην επόμενη ερώτηση- είναι υπαρκτή, κινείται έτσι η οικονομία στις μέρες μας ώστε οι θετικές σχολές να είναι πολύ πιό παραγωγικές εκ των πραγμάτων από τις θεωρητικές σχολές.

Τσίπρας: Παραγωγικές με τι όρους, με όρους ανταποδοτικότητας στην έρευνα; Απλώς φέρνουν περισσότερα κονδύλια; Όχι, διότι αν κάποιες σχολές κοινωνιολογίας μου βγάλουν εμένα ας πούμε ανθρώπους οι οποίοι είναι πραγματικά μορφωμένοι ή μιά σχολή φιλοσοφίας μου βγάλει δύο φιλόσοφους, εγνωσμένου κύρους, αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη αποδοτικότητα στο κοινωνικό πεδίο, στην κοινωνία μας αύριο, από ό,τι αν ας πούμε μιά σχολή ηλεκτρολόγων μπορεί να μου φέρει κάποια κονδύλια για να κάνω έρευνα για τα τσιπάκια για να έχουμε μικρότερα κινητά τηλέφωνα. Ποτέ όμως, αν είναι προσανατολισμένη, μονοδιάστατα, στην αγορά η έρευνα, δεν θα έχει κοινωνική ανταποδοτικότητα, διότι η έρευνα θα γίνει για να έχουμε μικρότερα κινητά τηλέφωνα, για να πουλάει η Vodafone και η Telestet, δεν θα γίνει όμως προκειμένου να ανακαλύψουμε ποιές είναι οι βλαβερές επιπτώσεις και συνέπειες από την ασύστολη ύπαρξη κεραιών κινητής τηλεφωνίας πάνω από τα σπίτια μας.

Ολόκληρο το βίντεο της συνέντευξης βρίσκεται εδώ:

http://metablogging.gr/archives/1285

Advertisements