Από το εσώφυλλο του βιβλίου: Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε το 1960 στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Από το 1965 μέχρι το 1993 έζησε στη Βρετανία όπου σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και του Sussex. Δίδαξε επί τέσσερα χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Kent. Aπό το 1993 ζει στην Ελλάδα. Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά σε θέματα πολιτικής οικονομίας, μακροοικονομικής πολιτικής και φιλοσοφίας της οικονομικής επιστήμης. Στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 2004 ήταν υποψήφιος στο νομό Πρεβέζης με το Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στο συνέδριο του Συνασπισμού το Δεκέμβριο του 2004 εκλέχτηκε μέλος της κεντρικής πολιτικής επιτροπής.

Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι: «ένα αντι-εκσυγχρονιστικό δοκίμιο για την οικονομία και την κοινωνία». Προσωπικά όμως, η ανάγνωση των επιχειρημάτων του συγγραφέα κατά των ιδεών του «εκσυγχρονισμού» (δηλαδή των κεντροαριστερών ιδεών των Νέων Εργατικών της Βρετανίας, του Σημίτη, των ιδεών που εκφράζονται στο βιβλίο των Παπούλια και Τσούκα «Κατευθύνσεις για τη μεταρρύθμιση του κράτους», κτλ) επιβεβαίωσε μέσα μου ότι αυτές οι ιδέες είναι ορθές. Είναι πάντως χρήσιμο βιβλίο γιατί παραθέτει επιχειρήματα αντί για τις γνωστές κραυγές περί «νεοφιλελευθερισμού» και έτσι μπορεί να αποτελέσει βάση διαλόγου.

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι θέτει τη συζήτηση στη βάση των αξιών. Ως αξίες της αριστεράς αναφέρονται η ισότητα, η αλληλεγγύη, η κοινότητα, η συλλογικότητα, η δημόσια υπηρεσία, η κάλυψη των αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ως αξίες του κεντροαριστερού «εκσυγχρονισμού» αναφέρονται η ισότητα ευκαιριών, ο ατομικισμός, η υπευθυνότητα, η αποδοτικότητα, η ανταγωνιστικότητα, και η αποτελεσματικότητα.

Ας πάρουμε το πρώτο ζευγάρι, ισότητα vs ισότητα ευκαιριών (σελ. 97). Η ισότητα ευκαιριών σχετίζεται στενά με την αξιοκρατία. Ο συγγραφέας μάς θυμίζει ότι στόχος της αριστεράς ήταν ανέκαθεν η κατάργηση των κοινωνικών ανισοτήτων και μετά παραθέτει επιχειρήματα κατά της επιβράβευσης των άξιων. Ένα από αυτά είναι ότι η αξιοσύνη είναι περισσότερο θέμα τύχης (έμφυτων ικανοτήτων) παρά προσπάθειας. Διαφωνώ ριζικά με όλες αυτές τις θέσεις. Είμαι αντίθετος στην οικονομική ισότητα, όχι μόνο γιατί είναι άδικη αλλά και γιατί είναι μη ρεαλιστική. Αν δεν ανταμείψεις τον άξιο, ακόμα κι αν είναι άξιος από τύχη, θα σηκωθεί να φύγει (όπως σκοτώνονταν να φύγουν οι κάθε είδους ταλαντούχοι από τις χώρες του τέως συμφώνου της Βαρσοβίας). Η κατανομή του πλούτου πρέπει να γίνεται με βάση τη συνεισφορά ενός ατόμου στην κοινωνία. Αυτή είναι η «δίκαιη κοινωνία». Δεν υπάρχει τίποτα πιό άδικο από έναν εργατικό να αμοίβεται το ίδιο με έναν τεμπέλη. Για μένα η αξία της δικαιοσύνης υπερτερεί της αξίας της ισότητας.

Πολύ σημαντική αξία είναι η υπευθυνότητα. Η κριτική του συγγραφέα σε αυτήν την αξία (σελ. 91) δεν είναι καθόλου πειστική.

Ο συγγραφέας φτάνει να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της ιδιοτέλειας στη συμπεριφορά των ανθρώπων (σελ. 62-63). Φυσικά και παρατηρούνται ανιδιοτελείς συμπεριφορές (το παρόν μπλογκ είναι ένα παράδειγμα). Όμως η κυριαρχία της ιδιοτέλειας, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, είναι οφθαλμοφανής. Είναι μια πραγματικότητα. Εγώ ο ίδιος έχω λοιδωρήσει την άκρατη ιδιοτέλεια που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία. Μακάρι να μην ήταν έτσι. Μακάρι η πλειοψηφία των πολιτών να συμμερίζονταν τις αξίες της κοινότητας και της δημόσιας υπηρεσίας. Δυστυχώς, δεν τις συμμερίζονται. Οποιαδήποτε πολιτική αγνοήσει αυτό το δεδομένο, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Ας πάρουμε τα ζητήματα της παιδείας. Ένα επιχείρημα κατά της εισαγωγής διδάκτρων για τους έχοντες (σελ. 123) είναι ότι οι φοιτητές είναι αυτόνομοι πολίτες και η οικονομική τους υποστήριξη δεν πρέπει να συναρτάται με το εισόδημα της οικογένειάς τους. Θεωρώ αστείο αυτό το επιχείρημα, ιδιαίτερα στην ελληνική κοινωνία όπου οι νέοι υποστηρίζονται από τις οικογένειές τους μέχρι τα 30 και βάλε. Ακόμη και το Harvard χρησιμοποιεί ως κριτήριο για οικονομική βοήθεια το εισόδημα των γονέων. Αυτό στην Αμερική, όπου οι νέοι ανεξαρτητοποιούνται πολύ πιό νωρίς από ό,τι στην Ελλάδα. Προς Θεού λοιπόν. Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι οι εύποροι που θα τους ζητηθεί να πληρώνουν για την εκπαίδευση των παιδιών τους θα πιέσουν ώστε να μειωθούν οι φόροι, κι έτσι θα περιοριστεί η δυνατότητα του κράτους να παράσχει εκπαίδευση στους μη προνομιούχους. Εγώ δεν το βρίσκω αυτό απαραίτητο. Κάποια πίεση μπορεί να υπάρξει, αλλά δεν θα γίνει απαραίτητα αποδεκτή. Ένα τρίτο επιχείρημα είναι ότι οι υποτροφίες για οικονομικά ασθενέστερους θα συνοδεύονται από κάποιο είδος «κοινωνικού στιγματισμού» κι έτσι οι δικαιούχοι θα τείνουν να τις αποφεύγουν. Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν το βρίσκω πειστικό.

Όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση η φιλοσοφία του συγγραφέα εκφράζεται στο παρακάτω απόσπασμα: «Ίσως είναι αλήθεια ότι στον δημόσιο τομέα της Ελλάδας η ηθική της δημόσιας υπηρεσίας δεν υπήρξε ποτέ ισχυρή όσο σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό όμως απλά αναδιατυπώνει το πρόβλημα. Οι τεχνικές που εισάγονται από τον ιδιωτικό τομέα δεν θα οδηγήσουν στη δημιουργία τέτοιας ηθικής, αντίθετα θα υπονομεύσουν τις όποιες αξίες της κοινότητας και της δημόσιας υπηρεσίας υπάρχουν ακόμα». Σε αυτό το επιχείρημα στηρίζεται π.χ. η αντίθεση του συγγραφέα στη συσχέτιση του μισθού με την απόδοση. Τι πρέπει να κάνουμε δηλαδή κ. Τσακαλώτο; Να περιμένουμε οι ασυνείδητοι να αποκτήσουν συνείδηση; Και μέχρι τότε θα υφιστάμεθα τις κακές υπηρεσίες του κάθε βολεμένου του δημόσιου τομέα; Ίσα ίσα, αν αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε αυτούς που κάνουν καλή δουλειά, τόσο ηθικά όσο και οικονομικά, ίσως σιγά-σιγά να αυξήσουμε και την εμβέλεια των αξιών της δημόσιας υπηρεσίας. Ένα άλλο επιχείρημα κατά της συσχέτισης του μισθού με την απόδοση είναι ότι η επιτήρηση έχει κόστος. Φυσικά η επιτήρηση (π.χ. η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών) έχει κάποιο κόστος, αλλά μου φαίνεται ότι το κόστος αυτό ωχριά μπροστά στο κόστος της πλήρους έλλειψης ελέγχου.

Ένα επιχείρημα κατά της εισαγωγής ανταγωνισμού μεταξύ μονάδων του δημόσιου τομέα είναι ότι αυτό θα μειώσει τη συναδελφικότητα και τη συνεργασία μεταξύ τους (σελ. 85). Τι να πω. Υπάρχει συνεργασία σήμερα; Βλέπουμε π.χ. εκπαιδευτικούς από διάφορα σχολεία να ανταλλάσσουν ιδέες για τη βελτίωση της απόδοσής τους;

Το τελευταίο κεφάλαιο κάνει μιά απόπειρα να παρουσιάσει εναλλακτικές, αριστερές κατευθύνσεις πολιτικής. Το βρίσκω όμως πολύ αποσπασματικό. Πρόκειται για ψήγματα ιδεών, όχι για ολοκληρωμένη πρόταση. Δεν βλέπω γιατί αυτές οι ιδέες να μη μπορούν να ενσωματωθούν στην κεντροαριστερή ατζέντα.

Το δικό μου συμπέρασμα από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι ο χώρος της παραδοσιακής αριστεράς είναι αδιέξοδος και ότι η σωστή κατεύθυνση δίνεται από τις ιδέες των ξένων και Ελλήνων κεντροαριστερών εκσυγχρονιστών (Blair-Brown, Clinton, Σημίτη, Χριστοδουλάκη, Διαμαντοπούλου, Ανδρουλάκη, Τσούκα, κ.ά.).

ΥΓ. Η θεματολογία του παραπάνω άρθρου σχετίζεται με αυτήν της σημερινής συνέντευξης του Αλέξη Τσίπρα στους μπλόγκερς:
http://metablogging.gr/archives/1285

Advertisements