(από ομιλία στο συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας με θέμα «Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», 14-16/12/2007. Παλαιότερο ποστ με τον ίδιο τίτλο είναι εδώ)

Η παραπαιδεία (φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα) έχει ιστορία δεκαετιών στη χώρα μας. Τα τελευταία όμως χρόνια το πρόβλημα έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Το φροντιστήριο έχει εξαπλωθεί από το δημοτικό μέχρι τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ και το κόστος για τις ελληνικές οικογένειες ξεπερνά το 1 δις ευρώ το χρόνο (Καθημερινή, 18/11/2006). Πέρα από την κατάργηση στην πράξη της δωρεάν παιδείας και την υπονόμευση της ισότητας ευκαιριών, το φαινόμενο αυτό προκαλεί και χαμηλή αποδοτικότητα στην εκπαίδευση· χιλιάδες ανθρωποώρες δαπανούν οι μαθητές άσκοπα ακούγοντας πράγματα που έχουν ήδη διδαχθεί. Η πολιτική ηγεσία ρητορεύει για το πρόβλημα αλλά δεν αποπειράται μιά ορθολογική ανάλυση του προβλήματος και συστηματική προσέγγιση επίλυσης. Στην παρούσα εισήγηση θα καταθέσω μερικές σκέψεις προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η προσωπική μου εμπειρία με τα φροντιστήρια ήταν η εξής: στη Β’ Λυκείου (1980-81) με κατέλαβε άγχος όταν είδα ότι οι περισσότεροι συμμαθητές μου πήγαιναν φροντιστήριο. Μίλησα λοιπόν σε κάποιους από αυτούς και πήγα δοκιμαστικά μιά μέρα στο φροντιστήριο που πήγαιναν αυτοί. Κατάλαβα όμως ότι για μένα ήταν χάσιμο χρόνου και ότι ήταν πιό αποτελεσματικό να διαβάζω μόνος μου (δεν ήταν θέμα χρημάτων). Και αυτό έκανα. Αγόρασα τα λυσάρια και κάτι άλλα εξωσχολικά βιβλία, διάβασα μόνος μου, και τα πήγα μιά χαρά στις πανελλήνιες. Βέβαια οφείλω να πω, ότι δεν είχα κανένα παράπονο από τους καθηγητές μου στο σχολείο. Σχεδόν όλοι έκαναν αξιοπρεπή δουλειά. Αλλά τότε δεν είχαν καταργηθεί ακόμα οι επιθεωρητές, δεν υπήρχαν 15μελή συμβούλια, και δεν γίνονταν καταλήψεις.

Ως προετοιμασία για αυτήν την παρουσίαση, μίλησα με φίλους από διάφορες χώρες για τον τρόπο πρόσβασης στο πανεπιστήμιο και την ύπαρξη φροντιστηρίων. Τις πληροφορίες που συνέλεξα τις ανάρτησα στο μπλογκ που διαχειρίζομαι: http://greekuniversityreform.wordpress. com/2007/12/18/). Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία) δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου φροντιστήρια. Στην Φινλανδία υπάρχουν αλλά δεν διαρκούν πολύ (1-2 μήνες). Στην Ιαπωνία γύρω στο 20% των μαθητών πηγαίνουν φροντιστήριο. Στις ΗΠΑ υπάρχουν μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Kaplan που προετοιμάζουν τους μαθητές για τα standardized tests όπως τα SAT, GMAT, MCAT, κτλ. Μιά χώρα που είναι συγκρίσιμη με την Ελλάδα στην εξάπλωσή των φροντιστηρίων είναι η Νότια Κορέα, όπου πάνω από 90% των μαθητών πηγαίνουν φροντιστήριο.

Οι λόγοι ύπαρξης της παραπαιδείας είναι νομίζω τρεις:

1. Η υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Δεν έχω προσωπική εμπειρία αλλά από αυτά που ακούω υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Και επειδή η ψυχή του σχολείου είναι ο δάσκαλος, θα έλεγα ότι η υποβάθμιση δεν είναι τόσο θέμα υποχρηματοδότησης όπως ισχυρίζονται κάποιοι, αλλά οφείλεται κυρίως στην έλλειψη αξιολόγησης του διδακτικού προσωπικού. Στο βιβλίο της «Εκπαίδευση και κοινωνικές ανισότητες» (Μεταίχμιο, 2005) η κ. Ελένη Σιάνου-Κύργιου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων παρουσιάζει μιά έρευνα με ερωτηματολόγιο σε ~350 μαθητές από τα Ιωάννινα και την Αθήνα. Το ερωτηματολόγιο έδινε την ευκαιρία στους μαθητές να καταθέσουν σχόλια. Να τι γράφει ένας μαθητής: «Οι περισσότεροι καθηγητές δεν ενδιαφέρονται για να προετοιμάσουν τους μαθητές. Βαριούνται να κάνουν μάθημα και κανείς δεν τους ελέγχει». Αυτό το φαινόμενο είναι κάθε άλλο παρά εξαίρεση. Όταν είναι έτσι το σχολείο πώς μπορεί κανείς να μην πάει φροντιστήριο; Συνάδελφος έγραψε στο μπλογκ μου ότι αν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια, οι φοιτητές θα έμπαιναν στα πανεπιστήμια εντελώς αμόρφωτοι. Καταλήψεις και απεργίες επίσης συντελούν στην υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και καθιστούν το φροντιστήριο ακόμη πιό απαραίτητο.

2. Αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αν και ο συνολικός αριθμός των θέσεων που προσφέρονται είναι επαρκής, η κατανομή αυτών των θέσεων σε γνωστικά αντικείμενα και σε τοποθεσίες δεν αντιστοιχεί στη ζήτηση. Η ζήτηση είναι συγκεντρωμένη σε ορισμένες σχολές (π.χ. φέτος η Παιδαγωγική ΑΠΘ είχε 2082 πρώτες προτιμήσεις ενώ οι εισακτέοι ήταν γύρω στους 150, η Νομική Αθηνών 1831, κοκ) και στις μεγάλες πόλεις, ενώ η προσφορά είναι σε ανεπιθύμητα τμήματα στην περιφέρεια. Ένας γονέας θα προτιμήσει να ξοδέψει στα φροντιστήρια για ένα χρόνο για να περάσει το παιδί του στην Αθήνα, παρά να πληρώνει ενοίκια για 4-5 χρόνια. Τώρα μάλιστα κάποιοι οδύρονται ότι με την αναγνώριση των «κολεγίων» πολλά περιφερειακά ΤΕΙ θα κλείσουν.

Κάποιοι λένε ότι για τα φροντιστήρια φταίνε οι εξετάσεις. Υπάρχει μάλιστα η περυσινή πρόταση του Συνασπισμού για κατάργηση των εξετάσεων. Όμως τέτοιες προτάσεις υπό τις παρούσες συνθήκες ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης είναι ρηχός λαϊκισμός. Αν στο μέλλον η ζήτηση γίνει πλήρως αντίστοιχη της προσφοράς, τότε ασφαλώς ούτε εξετάσεις θα χρειάζονται ούτε φροντιστήρια.

3. Ο τρίτος λόγος είναι αυτό που ονόμασα στον τίτλο «μαζική υστερία». Η υστερία αυτή έχει τρεις πτυχές:

α) η υπέρμετρη εμμονή για πανεπιστημιακές σπουδές. Αυτή η εμμονή ότι το παιδί πρέπει οπωσδήποτε να γίνει π.χ. γιατρός και όταν δεν περνάει στην Ελλάδα τρέχει να το πετύχει σε απίθανα ιδρύματα στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία τη στιγμή που η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο κατά κεφαλή αριθμό γιατρών στον κόσμο και η αναμονή σε ορισμένες ειδικότητες ξεπερνά τα 15 χρόνια.

β) ο υπερπροστατευτισμός των γονέων. Οι Έλληνες γονείς δίνουν οικονομική υποστήριξη μέχρι τα 30, δημιουργώντας τους λεγόμενους «χλιδάνεργους» και τους αιώνιους φοιτητές. Κανονικά αυτοί που θα έπρεπε να λάβουν μέτρα κατά του φαινομένου των αιωνίων φοιτητών δεν είναι το κράτος αλλά οι οικογένειές τους. Δεν λέμε να πάμε στο άλλο άκρο, αλλά να αποκτήσουμε μιά αίσθηση του μέτρου. Αυτό που ήταν κύριο στοιχείο της αριστοτελικής ηθικής, η επιλογή της μέσης οδού, εμείς το αγνοούμε εντελώς.

γ) η υπέρμετρη ευκολία με την οποία οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους σε φροντιστήρια ή ιδιαίτερα. Αναρωτιούνται άραγε αν τα χρήματά τους πιάνουν τόπο; Σε πρόσφατη επιστολή στο Βήμα ένας γονέας έγραφε: «Η παραπαιδεία είναι κολλητική ασθένεια που καλύπτει ενοχές γονέων διότι δεν ασχολούνται με τα παιδιά τους». Και επίσης: «ο θόρυβος γύρω από την παραπαιδεία είναι τεχνητός με τελικό στόχο την αύξηση του εισοδήματος των δασκάλων (όλων των βαθμίδων) που εργάζονται στο Δημόσιο». Πραγματικά, στις εφημερίδες ποτέ δεν διαβάζουμε για παιδιά που πέρασαν χωρίς να πάνε φροντιστήριο. Διαβάζουμε πάντα δηλώσεις όπως «δεν θα τα κατάφερνα χωρίς το φροντιστήριο». Μήπως υπάρχει πράγματι μιά συνωμοσία για την ενίσχυση των φροντιστηρίων;

Πόσο αποτελεσματικά είναι τα φροντιστήρια; Κάποια παιδιά χρησιμοποιούν το φροντιστήριο ή τα ιδιαίτερα ως υποκατάστατο του διαβάσματος, δηλαδή για την καλοπέρασή τους. Αν δεν έκαναν ιδιαίτερα θα αναγκαζόταν να διαβάσουν. Το αποτέλεσμα μπορεί και να ήταν το ίδιο. Κάποια παιδιά πηγαίνουν φροντιστήριο για κοινωνικούς λόγους, π.χ. να γνωρίσουν κοπέλλες από άλλα σχολεία. Τα παιδιά έχουν συνηθίσει και απαιτούν μασημένη τροφή. Σε καφέ της Αθήνας κατά τη διάρκεια του συνεδρίου άκουσα στο διπλανό τραπέζι την περίπτωση κοπέλας φίλης τους που δεν ήταν ικανοποιημένη από την ποιότητα του φροντιστηρίου που πήγαινε και αποφάσισε να κάνει επιπλέον ΚΑΙ ιδιαίτερα! Τα παραπάνω είναι φυσικά «ανεκδοτικής» φύσεως. Χρειαζόμαστε πιό εκτενείς μελέτες. Μέχρι στιγμής υπάρχουν μόνο στατιστικές συσχετίσεις και μαρτυρίες φοιτητών για την αποτελεσματικότητα των φροντιστηρίων. Οι γονείς δεν έχουν τρόπο να βεβαιωθούν ότι τα έξοδά τους πιάνουν τόπο. Πόσα παιδιά που περνούν σε υψηλόβαθμες σχολές θα περνούσαν και χωρίς να πάνε φροντιστήριο;

Τώρα, οι προτάσεις. Ασφαλώς η καταπολέμηση της παραπαιδείας είναι ένα πολυσύνθετο πρόβλημα που απαιτεί μακρόχρονη και πολυδιάστατη προσπάθεια. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Φυσικά, τα φροντιστήρια δεν μπορούν να απαγορευθούν. Τότε θα άνθιζαν τα ιδιαίτερα, νόμιμα ή παράνομα. Χρειάζονται δράσεις που θα καθιστούν, ή θα καταδεικνύουν την παραπαιδεία ως αχρείαστη. Με βάση τα παραπάνω προτείνω τα παρακάτω 8 μέτρα για την καταπολέμηση της παραπαιδείας. Κάποια είναι μακροπρόθεσμα, κάποια μπορούν να εφαρμοστούν και να έχουν επίδραση άμεσα.

1. Διασφάλιση ποιότητας στο Λύκειο: α) καλύτερη εκπαίδευση των καθηγητών. Στη Φινλανδία όλοι οι εκπαιδευτικοί έχουν μάστερ, στη Γερμανία εκπαιδεύονται αυστηρά για 6 χρόνια. Σε μας δεν έχουν καμία εκπαίδευση στην παιδαγωγική! Πρέπει να απαιτείται μάστερ σε παιδαγωγική για οποιονδήποτε θέλει να γίνει καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Καλός ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ αλλά δεν αρκεί. Θα ήταν καλό να κρίνονται και για την πρακτική τους επάρκεια στην τάξη. β) συνεχής αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και διοχέτευση των καλύτερων από αυτούς στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Η αξιολόγηση είναι μεγάλο θέμα, αναφέρω μόνο ότι μπορεί να πάρει διάφορες μορφές: παρατήρηση στην τάξη από τον σχολικό σύμβουλο, παρατήρηση στην τάξη από μέλη του συλλόγου γονέων, ερωτηματολόγια μαθητών στο Λύκειο, ή μέτρηση των επιδόσεων των μαθητών σε πανελλήνια τεστ. Οι γονείς πρέπει να είναι βέβαιοι ότι τα παιδιά τους είναι σε καλά χέρια στο δημόσιο σχολείο.

Στα πλαίσια της υπεράσπισης του δημόσιου σχολείου, πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα κατά των καταλήψεων. Οι καταλήψεις είναι παράνομες, αντιδημοκρατικές, και πάνω από όλα υποβαθμίζουν το δημόσιο σχολείο, πλήτουν περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους και στέλνουν όλους τους μαθητές στην αγκαλιά των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων. Πρέπει να γίνει σαφές στους μαθητές ότι η κατάληψη δεν είναι αποδεκτός τρόπος διαμαρτυρίας. Όταν εκδηλώνονται καταλήψεις να επεμβαίνει αμέσως η αστυνομία.

Να ληφθούν αυστηρά πειθαρχικά μέτρα (μέχρι και απόλυση) σε όσους εκπαιδευτικούς βρεθούν να κάνουν ιδιαίτερα στους μαθητές τους.

2. Προσπάθεια εξισορρόπησης προσφοράς και ζήτησης.

Παρέμβαση στην προσφορά: μην κάνετε σχολές που δεν τις θέλει κανένας! Στην Ελλάδα πολλές φορές τμήματα δημιουργούνται για να καλύψουν τις ανάγκες κομματικά ευνοουμένων διδασκόντων, και όχι τις εκπαιδευτικές ανάγκες της χώρας. Δεν βλέπω να γίνεται σοβαρός σχεδιασμός. Αν θέλετε να κάνετε σχολές στην επαρχία οφείλετε να φτιάξετε και φοιτητικές εστίες ώστε να μην αυξάνεται το κόστος για τις οικογένειες.

Παρέμβαση στη ζήτηση μέσω περισσότερης πληροφόρησης. Χρειάζεται εκτενής και υπεύθυνη ενημέρωση (διαφήμιση αν θέλετε) για κάθε πρόγραμμα σπουδών που προσφέρεται. Δεν μπορείς να δίνεις ένα μηχανογραφικό 450 τμημάτων σε ένα μαθητή και να μην του παρέχεις καμία πληροφορία για αυτά. Τόσο δύσκολο είναι να γίνει μιά ιστοσελίδα όπου θα καταχωρούνται όλες οι πληροφορίες για ένα τμήμα (περιεχόμενο σπουδών, επαγγ. προοπτικές κτλ); Επίσης, τα ίδια τα τμήματα πρέπει να δραστηριοποιηθούν για να προσελκύσουν φοιτητές. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός είναι ένα αστείο. Διατίθεται μιά ώρα στην Γ’ Γυμνασίου αλλά δεν υπάρχει πρόγραμμα σπουδών κι έχει καταντήσει «η ώρα του παιδιού». Εδώ και 10 χρόνια υπάρχει ολόκληρος οργανισμός αφιερωμένος στον επαγγελματικό προσανατολισμό, το ΕΚΕΠ (http://www.ekep.gr), αλλά αποτελέσματα δεν έχουμε δει. Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν αυτοί οι οργανισμοί υπάρχουν όχι για να παράγουν έργο αλλά για να τακτοποιούνται ημέτεροι. Κανείς δεν ζητάει απολογισμό έργου, λογοδοσία. Καμιά διοίκηση δεν αξιολογείται.

Χρειάζονται μετρήσεις προσφοράς, ζήτησης, εντοπιότητας, κτλ: π.χ. τι ποσοστό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Θράκης είναι από τη Θράκη; Από αυτούς που φεύγουν στο εξωτερικό, πόσοι φεύγουν επειδή δεν έπιασαν τη βάση, πόσοι πέρασαν αλλά όχι εκεί που ήθελαν, και πόσοι δεν έδωσαν καν πανελλήνιες; (την ίδια πρόταση έκανε και ο Ε. Βενιζέλος). Έχω υπ’ όψη μου κάποιες μελέτες από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αλλά χρειάζονται και άλλες πιό εκτεταμένες. Προτείνω όλοι οι πρωτοετείς να συμπληρώνουν ένα ερωτηματολόγιο όταν πρωτοεγγράφονται. Πώς είναι δυνατόν να κάνει κανείς εκπαιδευτική πολιτική χωρίς δεδομένα;

3. Ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Χιλιοειπωμένο αλλά απραγματοποίητο.

4. Μελέτες και μετρήσεις της αποτελεσματικότητας των φροντιστηρίων. Πόσοι πηγαίνουν και πόσοι δεν πηγαίνουν φροντιστήριο και ποιά είναι τα κοινωνικο-οικονομικά τους χαρακτηριστικά. Από αυτούς που δεν πηγαίνουν, πόσοι είναι δυνατοί, πόσοι είναι αδύνατοι. Πάρτε μαθητές που έχουν τον ίδιο μέσο βαθμό στη Γ’ Γυμνασίου και συγκρίνετε αυτούς που πήγαν φροντιστήριο και αυτούς που δεν πήγαν. Αν δεν μπορείτε να βρείτε πλέον αρκετά παιδιά που δεν πηγαίνουν φροντιστήριο, συσχετίστε με τις ώρες και τον αριθμό μαθημάτων (βλ. εισήγηση κ. Ζμπάϊνου στο παρόν συνέδριο). Τι διαφορά έχουν οι επιδόσεις τους στη Γ’ Λυκείου και στις πανελλήνιες εξετάσεις; Αν έχουμε στοιχεία που να δείχνουν μικρή αποτελεσματικότητα των φροντιστηρίων μπορούμε να απευθυνθούμε στους γονείς και να τους πούμε ότι τζάμπα ξοδεύουν τα λεφτά τους. Αν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία, θα μας ακούσουν.

5. Μετατόπιση του βάρους των κριτηρίων για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο προς τους βαθμούς του Λυκείου. Οι πανελλήνιες εξετάσεις θα μπορούσαν να μετατραπούν σε εξετάσεις δεξιοτήτων παρά γνώσεων, όπως π.χ. το αμερικανικό SAT, που εξετάζει κυρίως γλώσσα και μαθηματικά. Για το SAT υπάρχουν φροντιστήρια αλλά δεν διαρκούν πάνω από 2-3 μήνες. Και να πας περισσότερο δεν βοηθάει. Βέβαια είναι αλήθεια ότι το SAT και άλλα standardized tests υφίστανται κριτική στην Αμερική. Έχει βρεθεί π.χ. ότι οι επιδόσεις στο SAT έχουν ασθενή συσχέτιση με τις επιδόσεις μέσα στο πανεπιστήμιο (http://www.fairtest.org/facts/satvalidity.html). Παρόμοια ευρήματα δημοσιεύθηκαν για το GRE, το ανάλογο τεστ για μεταπτυχιακές σπουδές. Επομένως δεν είναι καλή ιδέα να γίνεται η εισαγωγή με μόνο κριτήριο τις επιδόσεις σε τεστ δεξιοτήτων.

Για να αποφευχθεί ο πληθωρισμός βαθμών που παρατηρήθηκε στη δεκαετία του 90 θα μπορούσε να γίνεται «κανονικοποίηση» των βαθμών του Λυκείου με βάση τον μέσο όρο της τάξης και τη μέση επίδοση της τάξης στις πανελλήνιες εξετάσεις (Π.Ε). Δηλαδή να γίνονται δύο διορθώσεις: μία για την «επιείκια ή αυστηρότητα» του δασκάλου και μία για την ενδεχόμενη διαφορά επιπέδου της συγκεκριμένης τάξης σε σχέση με άλλες:

Κανονικοποιημένος βαθμός = Βαθμός Χ (Εθνικός Μέσος)/(Μέσος Τάξης) Χ (Μέση ΠΕ τάξης)/(Μέση ΠΕ Ελλάδας)

Για παράδειγμα, ας πούμε ότι στα Μαθηματικά Γ’ Λυκείου ένας μαθητής στο Χ τμήμα του Ψ σχολείου πέτυχε 15. Ο μέσος βαθμός της τάξης του ήταν 12 ενώ ο εθνικός μέσος όλων των τάξεων της χώρας ήταν 14 (δηλαδή ο καθηγητής του ήταν αυστηρός). Αν η τάξη του στις Πανελλήνιες τα πήγε όπως κατά μέσο όρο και οι άλλες τάξεις, ο κανονικοποιημένος βαθμός του θα είναι 15Χ14/12 = 17,5.

Δεν γνωρίζω να εφαρμόζεται πουθενά αυτή η μέθοδος, για αυτό καλό είναι να δοκιμαστεί πρώτα πιλοτικά.

6. Παροχή δωρεάν βοηθητικού εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο, π.χ. λύσεις ασκήσεων. Θα μπορούσε να φτιαχτεί κάτι σαν «διαδικτυακός φροντιστής». Φυσικά δεν δίνει τη δυνατότητα ερωτήσεων/ απαντήσεων, αλλά μπορεί να είναι αρκετό για πολλούς μαθητές. Επιπλέον, τα φροντιστήρια, πέρα από τα μαθήματα που κάνουν, δίνουν συμβουλές στους μαθητές π.χ. για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου. Αν οι πληροφορίες αυτές δίνονταν υπεύθυνα από το ΥΠΕΠΘ, η χρησιμότητα των φροντιστηρίων θα μειωνόταν.

7. Να διευκολυνθεί η πρόσβαση στο πανεπιστήμιο σε οποιαδήποτε ηλικία. Να μπορεί κάποιος να πάει στο πανεπιστήμιο και στα 25 και στα 30 και στα 40 του. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με τη διάθεση ενός ποσοστού των θέσεων σε ενήλικες που θα εισάγονται με κριτήριο μόνο το τεστ δεξιοτήτων. Αν γίνει σαφές ότι οι μαθητές θα έχουν πολλές ευκαιρίες για πρόσβαση, θα μειωθεί και η πίεση για φροντιστήριο που νιώθουν γονείς και μαθητές στο Λύκειο.

8. Εκστρατεία ενημέρωσης για τον μετριασμό των φαινομένων «υστερίας». Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Πώς: με άρθρα στον τύπο, με εκπομπές στην τηλεόραση, κτλ. Δεν είναι αλήθεια δυνατόν να έχει μιά ημίωρη εκπομπή στην τηλεόραση ο εκάστοτε υπουργός παιδείας για να επικοινωνεί με γονείς και μαθητές; Επίσης να δημοσιοποιηθούν οι μελέτες αποτελεσματικότητας των φροντιστηρίων και να προβάλλονται περιπτώσεις παιδιών που τα καταφέρνουν χωρίς φροντιστήρια και ιδιαίτερα.

Advertisements