Με αφορμή το σημερινό άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη, συνοψίζω παρακάτω τις σκέψεις μου για το άρθρο 16. Σε άλλο άρθρο θα ήθελα να μαζέψουμε όλα τα επιχειρήματα που έχουν τεθεί κατά της αναθεώρησης και να τα απαντήσουμε, κάτι σαν FAQ δηλαδή.

Η συζήτηση για το άρθρο 16 επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όμως σταδιακά έγινε αντιληπτό ότι το άρθρο 16 επηρεάζει σημαντικά και τη λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων. Υπάρχουν διατάξεις στο άρθρο αυτό που παρεμποδίζουν τις τομές που χρειάζονται για την αναβάθμιση των δημοσίων πανεπιστημίων. Αυτός είναι ένας ακόμη πιό σημαντικός λόγος για την αναθεώρησή του. Το άρθρο 16 είναι υπερβολικά φλύαρο, περιοριστικό, και απαγορευτικό. Αντί να παραθέτει γενικές αρχές, καθορίζει λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είναι αντικείμενο απλών νόμων και που μάλιστα είναι άστοχες. Τέσσερα είναι νομίζω τα μεγάλα αγκάθια στο άρθρο 16:

1) Η απαγόρευση ίδρυσης πανεπιστημίων από ιδιώτες. Αυτή είναι μιά παγκόσμια πρωτοτυπία για τη χώρα μας. Περιληπτικά αναφέρω τα βασικά μου επιχειρήματα: α) σε μιά ελεύθερη χώρα τίποτα δεν απαγορεύεται αν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να απαγορευθεί. Αν ο Α θέλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και ο Β είναι διατεθειμένος να πληρώσει για να τις απολάβει, το κράτος δεν έχει καμιά δουλειά να το απαγορεύσει β) η ιδιωτική εκπαίδευση επιτρέπεται στην κατώτερη και μέση εκπαίδευση, γιατί όχι στην πανεπιστημιακή; γ) ενδεχόμενες κοινωνικές ανισότητες μπορούν να αντιμετωπιστούν με κρατικές υποτροφίες προς τους οικονομικά ασθενέστερους, δ) η αξιολόγηση και πιστοποίηση όλων των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων θα αποτρέψει την ίδρυση ιδρυμάτων-μαϊμού και τα επί πληρωμεί πτυχία ε) μιά κατάσταση όπου οι εύποροι θα οδηγηθούν σε ιδιωτικά ιδρύματα και θα πληρώνουν για τις σπουδές τους θα απελευθερώσει πόρους που το κράτος θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για τους υπόλοιπους φοιτητές. Τα ιδιωτικά ιδρύματα δεν θα προσφέρουν, άμεσα τουλάχιστον, τη λύση του εκπαιδευτικού μας προβλήματος. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να απαγορεύονται. Ποιός ξέρει, κάτι καλό μπορεί να βγει, αν όχι αμέσως, ίσως σε βάθος χρόνου.

2) Ο καθορισμός της νομικής υπόστασης των δημοσίων πανεπιστημίων ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Γιατί πρέπει αυτή η διάταξη να υπάρχει στο Σύνταγμα; Και είναι πραγματικά αυτό το βέλτιστο καθεστώς για τα δημόσια πανεπιστήμια; Ο κ. Ν. Αλιβιζάτος έχει προ πολλού επιχειρηματολογήσει ότι δεν είναι και μάλιστα προτείνει ένα ειδικό καθεστώς, διαφορετικό από ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ (GUR/alivizatos.pdf και άρθρα του στα Νέα, 31/10/2006 και την Ελευθεροτυπία, 7/1/2007). Ο κ. E. Βενιζέλος διαφωνεί. Δεν είμαι νομικός για να γνωρίζω τις ακριβείς επιπτώσεις των δύο υποστάσεων, αλλά έχω την εντύπωση ότι το ΝΠΙΔ επιτρέπει μεγαλύτερη αυτοτέλεια. Π.χ., πολλά δημόσια ερευνητικά κέντρα, όπως το ΙΤΕ, είναι ΝΠΙΔ και λειτουργούν νομίζω πιό αποτελεσματικά από τα πανεπιστήμια. Και άλλοι πανεπιστημιακοί συμμερίζονται αυτήν την άποψη (π.χ. GURF/2007/01/06). Η συζήτηση αυτή πρέπει να συνεχιστεί για να αποσαφηνιστούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του ενός ή του άλλου σχήματος. Αλλά όπως και να χει, ο περιορισμός του ΝΠΔΔ δεν έχει θέση στο Σύνταγμα. Το σύνταγμα πρέπει να περιέχει βασικές αρχές για τις οποίες ΟΛΟΙ είμαστε σύμφωνοι. Κάτι που είναι συζητήσιμο και μας διχάζει ανήκει σε κοινό νόμο, διαφορετικά θα κάνουμε αναθεώρηση κάθε 5 χρόνια. Είναι αδιανόητο να προσπαθούμε να προωθήσουμε τομές στο εκπαιδευτικό μας σύστημα με χέρια δεμένα από το Σύνταγμα.

3) Η επιταγή ότι η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες. Αυτό είναι ένα θέμα που κανένα κόμμα ή πολιτικό πρόσωπο (πέραν του Στέφανου Μάνου) δεν έχει θίξει λόγω έλλειψης πολιτικής τόλμης. Τα πλεονεκτήματα της δωρεάν παιδείας είναι γνωστά. Όμως υπάρχουν και μειονεκτήματα: το «τζάμπα» μειώνει την προσωπική υπευθυνότητα και οδηγεί σε καταχρήσεις και σπατάλες. Το κράτος ως εργοδότης είναι πολύ λιγότερο αυστηρός από έναν ιδιώτη με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα των δημόσιων σχολείων. Ειδικά για τα πανεπιστήμια, το κόστος της εκπαίδευσης μοιράζεται από κοινού σε όλους, όμως το αγαθό της παιδείας απολαμβάνεται μόνο από ένα μέρος του πληθυσμού. Δεν πρέπει κάποιος να συνεισφέρει οικονομικά στην εκπαίδευσή του όταν θα έχει ο ίδιος οικονομικό όφελος από την εκπαίδευση που θα λάβει; Το ζητούμενο είναι ένα σύστημα που θα εξασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών στην εκπαίδευση, αλλά θα εξαλείφει ή θα μειώνει τα παραπάνω μειονεκτήματα της δωρεάν παιδείας. Το παρόν σύστημα βολεύει πιό πολύ τη μεσαία τάξη. Ένα σύστημα διδάκτρων σε συνδυασμό με υποτροφίες για τους οικονομικά ασθενέστερους θα ήταν σημαντικά πιό ευεργετικό για αυτούς. Παρόλα αυτά, η αριστερά είναι αγκυλωμένη στη «δημόσια και δωρεάν» παιδεία. Μήπως ενδιαφέρονται περισσότερο για τα συμφέροντα των δημοσιοϋπαλληλικών συντεχνιών που τους στηρίζουν παρά για αυτά των λαϊκών στρωμάτων;

Σημειωτέον ότι η επιταγή του Συντάγματος για δωρεάν παιδεία ήδη παραβιάζεται. Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο χρεώνει δίδακτρα (πρόσφατα μάλιστα έγινε προσφυγή φοιτητών για αυτό το θέμα στο ΣτΕ). Πολλά μεταπτυχιακά χρεώνουν δίδακτρα, και ακόμα περισσότερα θα ακολουθήσουν όταν τελειώσουν τα χρήματα από την ΕΕ. Η δια βίου εκπαίδευση προβλέπει χρέωση διδάκτρων. Το νεό Διεθνές Πανεπιστήμιο θα χρεώνει δίδακτρα. Δεν είναι όλα αυτά ήδη σε αντίθεση με το Σύνταγμα; Δεν πρέπει να υπάρξει διευθέτηση; Λέμε ότι επιζητούμε ένα μοντέρνο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όπου καθένας να σπουδάζει αυτό που θέλει, σε όποια ηλικία το θέλει. Είναι αυτό εφικτό χωρίς κάποια οικονομική συνεισφορά από τους εκπαιδευόμενους; Μπορεί η Πολιτεία να προσφέρει υψηλής ποιότητας εκπαίδευση με ένα σύστημα όπου όλα είναι τζάμπα; Τη στιγμή που ξοδεύονται δισεκατομμύρια σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, είναι παράλογο να ζητήσει κανείς από τις εύπορες οικογένειες να συνδράμουν στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση των παιδιών τους; Είναι παράλογο να ζητάει κανείς από παιδιά που ξοδεύουν εκατοντάδες ευρώ για ρούχα και άλλες πολυτέλειες να αγοράζουν τα συγγράμματα τους; Η Γερμανία, η Πορτογαλία, και η Κίνα εισήγαγαν πρόσφατα χαμηλά δίδακτρα στα πανεπιστήμια τους. Αν το θεωρήσουμε και μεις επιθυμητό σε λίγα χρόνια, θα πρέπει να ξανα-αναθεωρήσουμε το Σύνταγμα;

4) Η επιταγή ότι τα πανεπιστήμια είναι «πλήρως αυτοδιοικούμενα» είναι ασαφής και μπορεί να οδηγήσει σε περιπέτειες αν αποφασιστεί να αλλάξει ο τρόπος διοίκησης των πανεπιστημίων. Θα πρέπει ή να αποσαφηνιστεί ή να απαλειφθεί από το Σύνταγμα.

Υποστηρίζω μιά διατύπωση του Α. 16 σαν αυτή που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος, η οποία εγγυάται μεν την ισότητα ευκαιριών, αλλά δεν περιορίζει την πολιτεία ως προς τους τρόπους που θα επιλέξει για να την πετύχει. Έχω όμως επιφυλάξεις για το 4ο εδάφιο, για το λόγο που παρέθεσα παραπάνω. Η διατύπωση του κ. Μάνου είναι η εξής:

1. Καθένας έχει το δικαίωμα στη δωρεάν βασική εκπαίδευση. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. Η υποχρεωτική εκπαίδευση παρέχεται, όπως ο νόμος ορίζει.
2. Οι δημόσιες αρχές, εγγυώνται σε όλους ίσες ευκαιρίες για τη λήψη κάθε είδους εκπαιδευτικών υπηρεσιών ανάλογα με τις δεξιότητες και τις ανάγκες τους. Διασφαλίζουν επίσης στον καθένα τη δυνατότητα να μορφώνεται χωρίς να παρακωλύεται από οικονομικά εμπόδια.
3. Η ελευθερία της επιστήμης, της τέχνης και της ανώτερης παιδείας είναι εγγυημένη.
4. Τα πανεπιστήμια αυτοδιοικούνται, όπως ο νόμος ορίζει.
5. Με νόμο ορίζονται οι αρχές που διέπουν τις παρεχόμενες από το κράτος και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Καθώς και το δικαίωμα παροχής αντιστοίχων εκπαιδευτικών υπηρεσιών από ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Advertisements