Σε προηγούμενο ποστ είχα παραθέσει κάποια προβλήματα του υπάρχοντος τρόπου εισαγωγής στο πανεπιστήμιο τα οποία θα καλούνταν να λύσει μιά ενδεχόμενη μεταρρύθμιση:

1. Η εξάρτηση από φροντιστήρια/ιδιαίτερα
2. Μεγάλο ποσοστό μαθητών δεν σπουδάζουν αυτό που επιθυμούν
3. Τα παιδιά αναγκάζονται να επιλέξουν το μέλλον τους πολύ νωρίς
4. Η κινητικότητα μετά την είσοδο στο πανεπιστήμιο είναι πολύ περιορισμένη.
5. Είναι πολύ δύσκολο για ενήλικες να σπουδάσουν (απουσία δεύτερης και τρίτης ευκαιρίας)
6. Η υποταγή του Λυκείου στη διαδικασία εισαγωγής στο πανεπιστήμιο
7. Η αποστήθιση

Διάβασα τα σχόλια που κατατέθηκαν και τα έλαβα υπ’ όψη μου. Παρακάτω συζητώ και γω αυτά τα προβλήματα και κάνω κάποιες προτάσεις.

Ας τα πάρουμε ένα-ένα:

1. Η εξάρτηση από τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα

Ο κύριος λόγος για την άνθηση των φροντιστηρίων είναι η υποβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου σχολείου. Έχω την εντύπωση ότι η υποβάθμιση δεν είναι τόσο θέμα υποδομών και χρηματοδότησης αλλά οφείλεται κυρίως στην έλλειψη αξιολόγησης του διδακτικού προσωπικού. Στο βιβλίο της «Εκπαίδευση και κοινωνικές ανισότητες» (Μεταίχμιο, 2005) η κ. Ελένη Σιάνου-Κύργιου του Παν. Ιωαννίνων παρουσιάζει μιά έρευνα με ερωτηματολόγιο σε ~350 μαθητές από τα Ιωάννινα και την Αθήνα. Δείχνει τη συσχέτιση μεταξύ οικογενειακού εισοδήματος, εξωσχολικής υποστήριξης, και επίδοσης στις πανελλήνιες. Το ερωτηματολόγιο έδινε την ευκαιρία στους μαθητές να καταθέσουν σχόλια. Δείτε τι γράφει ένας μαθητής: «Οι περισσότεροι καθηγητές δεν ενδιαφέρονται για να προετοιμάσουν τους μαθητές. Βαριούνται να κάνουν μάθημα και κανείς δεν τους ελέγχει». Αυτό το φαινόμενο είναι κάθε άλλο παρά εξαίρεση. Όταν είναι έτσι το σχολείο πώς μπορεί κανείς να μην πάει φροντιστήριο; Επομένως, το πρώτο μέτρο για την αποδυνάμωση των φροντιστηρίων είναι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που πρέπει να προχωρήσει πάραυτα.

Μιά περαιτέρω ιδέα για την μείωση της ανάγκης για φροντιστήρια είναι και η εξής: να προσανατολιστούν οι πανελλήνιες εξετάσεις περισσότερο προς εξετάσεις δεξιοτήτων παρά γνώσεων (για να αποφεύγεται και η παπαγαλία). Ένα κάπως ακραίο παράδειγμα είναι το αμερικανικό SAT, που εξετάζει κυρίως γλώσσα και μαθηματικά. Για το SAT υπάρχουν φροντιστήρια αλλά δεν διαρκούν πάνω από 2-3 μήνες. Και να πας περισσότερο δεν βοηθάει. Όμως: α) το SAT και άλλα standardized tests υφίστανται σκληρή κριτική. Έχει βρεθεί π.χ. ότι οι επιδόσεις στο SAT έχουν μικρή συσχέτιση με τις επιδόσεις μέσα στο πανεπιστήμιο. Για τις μεταπτυχιακές σπουδές, έχει βρεθεί επίσης ότι το subject GRE (που ελέγχει γνώσεις, όχι δεξιότητες) εμφανίζει μεγαλύτερη συσχέτιση από ότι το γενικό GRE. β) καμία χώρα δεν χρησιμοποιεί μόνο τεστ δεξιοτήτων για την είσοδο στο πανεπιστήμιο. Όλες χρησιμοποιούν και τους βαθμούς του Λυκείου. Σε μας όμως οι βαθμοί του Λυκείου εμφανίζονται αναξιόπιστοι.

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να γίνουν πιό συστηματικές μελέτες της αποτελεσματικότητας των φροντιστηρίων. Σήμερα υπάρχει στους μαθητές μεγάλη ψυχολογική πίεση. Αισθάνονται ότι, αφού όλοι πηγαίνουν φροντιστήριο, πρέπει να πάνε και αυτοί. Κάποιοι λιγότερο φιλόδοξοι χρησιμοποιούν το φροντιστήριο ως υποκατάστατο του διαβάσματος, δηλαδή ως ένα μέσο καλοπέρασης, όχι βελτίωσης της επίδοσής τους (φυσικά δεν το λένε αυτό στους γονείς τους). Μέχρι στιγμής υπάρχουν μόνο στατιστικές συσχετίσεις και μαρτυρίες φοιτητών για την αποτελεσματικότητα των φροντιστηρίων. Οι γονείς δεν έχουν τρόπο να βεβαιωθούν ότι τα έξοδά τους πιάνουν τόπο. Πόσα παιδιά που περνούν σε υψηλόβαθμες σχολές θα περνούσαν και χωρίς να πάνε φροντιστήριο;

Επίσης θα ήταν καλό να μελετηθεί η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Π.χ., στη Γαλλία τα παιδιά δίνουν πολύ σκληρές εξετάσεις για να περάσουν στις Grandes Ecoles αλλά δεν υπάρχουν φροντιστήρια. Κάποιος που είναι εξοικιωμένος με το γαλλικό σύστημα μου είπε ότι τα παιδιά και να θέλουν να πάνε φροντιστήριο δεν έχουν το χρόνο. Η δημόσια προπαρασκευαστική σχολή είναι ολοήμερη.

2. Μεγάλο ποσοστό μαθητών δεν πετυχαίνουν εκεί όπου επιθυμούν

Πρώτα από όλα πρέπει να πούμε ότι το «επιθυμούν» είναι σχετικό. Οι μαθητές συνήθως «επιθυμούν» μιά σχολή όχι επειδή έχουν έμφυτη κλίση και αγάπη προς αυτήν, αλλά γιατί είναι στη μόδα ή υπάρχει μιά πρόσκαιρη έλλειψη στην αγορά εργασίας. Η ενημέρωση όμως των μαθητών ακόμη και τα ζητήματα αυτά είναι νομίζω πολύ ελλιπής και περιστασιακή. Είναι οι μαθητές ενήμεροι π.χ. για το ότι η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο κατά κεφαλή αριθμό γιατρών; Είναι ενήμεροι για τις πολύχρονες αναμονές για ειδικότητα; Είναι ενήμεροι για τα χρόνια που παίρνει ένας γιατρός να φτάσει να έχει ένα ικανοποιητικό εισόδημα; Είναι ενήμεροι για το ότι ένας απόφοιτος Φυσικής δεν είναι απαραίτητο να γίνει καθηγητής μέσης εκπαίδευσης; Παραπέμπω στη συζήτηση περί επαγγελματικού προσανατολισμού παρακάτω.

Δεύτερον, πρέπει να κάνουμε μιά διάκριση μεταξύ δύο καταστάσεων: α) ο μαθητής επιθυμεί μιά σχολή αλλά δεν έχει τα προσόντα. Εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σε όλες τις χώρες του κόσμου υπάρχουν παιδιά που θα ήθελαν να γίνουν γιατροί και μηχανικοί και δεν γίνονται. Δεν γίνεται να μπεις στο πολυτεχνείο με μαθηματικά κάτω από τη βάση. β) ο μαθητής έχει τα προσόντα αλλά δεν βρίσκει κενή θέση (π.χ. παιδαγωγικές σχολές ή σχολές αστυνομικών έχουν βάσεις πολύ υψηλότερες από ό,τι θα αντιστοιχούσε στα απαιτούμενα προσόντα για αυτήν τη σχολή). Εδώ κάτι μπορεί να γίνει. Σε ένα σύστημα «ελεύθερης αγοράς», νέα τμήματα θα ιδρύονταν για να καλύψουν τη ζήτηση. Στο τέλος, θα επέρχονταν μιά εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης. Και το ελληνικό κρατικό μονοπώλιο θα μπορούσε να προσαρμόζεται πιό γρήγορα στην ζήτηση, αν διαχειρίζονταν από ικανούς και ευσυνείδητους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν είναι. Πολλά νέα τμήματα έχουν δημιουργηθεί για να καλύψουν ανάγκες πολιτικά ευνοουμένων μελών ΔΕΠ, χωρίς καμιά μελέτη για το ενδιαφέρον των μαθητών ή την ζήτηση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας. Πολλά τμήματα που θα έπρεπε να κλείσουν λόγω έλλειψης ζήτησης δεν κλείνουν, πιθανόν λόγω «πολιτικού κόστους». Δύο πράγματα πρέπει να γίνουν εδώ: α) κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 16 και β) καλύτερος σχεδιασμός στα κρατικά πανεπιστήμια. Ο καλύτερος αυτός σχεδιασμός αυτός μπορεί να γίνεται στο επίπεδο του νέου ΕΣΥΠ, ή, ακόμα καλύτερα, να δοθούν κίνητρα στα ίδια τα πανεπιστήμια ώστε αυτά να ανταποκρίνονται στη ζήτηση με δική τους πρωτοβουλία.

3. Τα παιδιά αναγκάζονται να επιλέξουν το μέλλον τους πολύ νωρίς, στα 17 τους.

Υπάρχουν δύο πιθανές κατευθύνσεις για λύση αυτού του προβλήματος: α) να τους δίνονται οι πληροφορίες ώστε να μπορούν να κάνουν τη σωστή επιλογή στα 17 τους, β) να επιλέγουν αργότερα και να τους δίνεται η δυνατότητα να αλλάζουν κατεύθυνση αν το επιθυμούν.

Η πρώτη κατεύθυνση μας φέρνει στο θέμα του επαγγελματικού προσανατολισμού, κάτι που ακόμα δεν κάνουμε σωστά. Σήμερα μιά ώρα στην Γ’ Γυμνασίου και μιά ώρα στην Α΄Λυκείου είναι αφιερωμένες στον επαγγελματικό προσανατολισμό (ΣΕΠ). Όμως δεν υπάρχουν οδηγίες για το πώς θα διδαχθεί αυτό το «μάθημα». Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ώρες αυτές έχουν καταντήσει «η ώρα του παιδιού». Η προχειρότητα αυτή εκ μέρους του ΥΠΕΠΘ και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου είναι ασυγχώρητη. Η παροχή πληροφοριών από την πολιτεία στους μαθητές όσον αφορά τις δυνατότητες σπουδών είναι εντελώς ανεπαρκής. Το κενό καλύπτεται από τα διάφορα φροντιστήρια που εκδίδουν ενημερωτικά φυλλάδια και βοηθούν τους μαθητές να συμπληρώσουν το μηχανογραφικό.

Στη δεύτερη κατεύθυνση έχει προταθεί ένα προκαταρκτικό έτος μετά το Λύκειο. Δεν είμαι οπαδός αυτής της λύσης. Μιά άλλη ιδέα που μου έστειλε ο Ευθύμης Καξίρας, καθηγητής Φυσικής στο Harvard, αξιοποιεί τις ευκαιρίες που παρέχει η ίδια η διαδικασία της Μπολόνια. Θα μπορούσαν να θεσπιστούν τρίχρονα προγράμματα σπουδών γενικών κατευθύνσεων (φυσικές επιστήμες, επιστήμες υγείας, επιστήμες μηχανικού, ανθρωπιστικές, τέχνες, οικονομικές, κτλ). Σε αυτές οι φοιτητές τα πρώτα δύο χρόνια θα παίρνουν τα γενικά μαθήματα που παίρνουν και σήμερα στις ανάλογες σχολές. Στο τρίτο έτος θα μπορούν να παίρνουν πιό ειδικά μαθήματα. Μετά την απόκτηση του τρίχρονου αυτού πτυχίου θα μπορούν αν θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους για την απόκτηση μάστερ. Είναι μιά πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα και δίνει την ευκαιρία να λύσουμε το πάγιο πρόβλημα της «πρόωρης επιλογής». Ασφαλώς χρειάζεται λεπτομερή επεξεργασία.

4. Η κινητικότητα μετά την είσοδο στο πανεπιστήμιο είναι πολύ περιορισμένη.

Σήμερα τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να κρατήσουν τη βαθμολογία τους για τρία χρόνια και να επιδιώξουν να περάσουν τις επόμενες χρονιές σε άλλο τμήμα. Μάλιστα μαθήματα στα οποία έχουν εξεταστεί με επιτυχία μπορούν να τους αναγνωριστούν στο νέο τμήμα. Όμως μόνο το 10% των θέσεων είναι διαθέσιμες για υποψηφίους παλαιότερων ετών και οι βάσεις για το 10% είναι συνήθως υψηλότερες από αυτές για το 90%. Μιά λύση θα ήταν το 10% να αυξηθεί σταδιακά μέχρι οι βάσεις να γίνουν ισοδύναμες.

5. Είναι πολύ δύσκολο για ενήλικες να σπουδάσουν

Σημαντικό πρόβλημα σε μιά εποχή που όλοι μιλούν για δια βίου εκπαίδευση. Σήμερα κάποιος που δεν περνάει στο πανεπιστήμιο μετά το Λύκειο θα πρέπει να ξαναδώσει πανελλήνιες εξετάσεις, κάτι που είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο. Αυτός είναι και ένας λόγος που δημιουργεί «αιώνιους φοιτητές». Κάποιοι που δεν ενδιαφέρονται εκείνη τη στιγμή να σπουδάσουν «καπαρώνουν» μιά θέση στο τμήμα στο οποίο πέτυχαν για την περίπτωση που στο μέλλον θελήσουν να σπουδάσουν. Φυσικά υπάρχει και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο και οι νέοι μηχανισμοί της «δια βίου» εκπαίδευσης. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να στερείται κάποιος το παραδοσιακό πανεπιστήμιο επειδή αποφάσισε να σπουδάσει αργότερα.

6. Η υποταγή του Λυκείου στη διαδικασία εισαγωγής

Λέγεται συχνά ότι το Λύκειο έχει χάσει την αξία του ως αυτοδύναμη βαθμίδα της εκπαίδευσης και έχει γίνει προθάλαμος των ΑΕΙ. Ως ένα βαθμό αυτό είναι αναπόφευκτο. Σε όλες τις χώρες του κόσμου η επίδοση ενός μαθητή στο Λύκειο αποτελεί βασικό κριτήριο για την είσοδό του στο πανεπιστήμιο. Μιά ιδέα που «φοριέται» τελευταία, είναι η «αποδέσμευση του Λυκείου από την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο». Αν αυτό σημαίνει ότι η επίδοση στο Λύκειο δεν θα μετράει καθόλου για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, θα οδηγήσει σε περαιτέρω υποβάθμιση του Λυκείου και αναβάθμιση των φροντιστηρίων, τα οποία θα διδάσκουν μόνο αυτό που μετράει, δηλαδή πώς να περάσει κανείς στις εισαγωγικές εξετάσεις.

Για να αναβαθμιστεί το Λύκειο θα πρέπει να δοθεί περισσότερη βαρύτητα στους βαθμούς που παίρνουν εκεί οι μαθητές. Εδώ βέβαια μπαίνει το πρόβλημα του grade inflation (η πίεση στους καθηγητές να δίνουν υψηλούς βαθμούς). Υπάρχουν όμως τρόποι να αντιμετωπιστεί αυτό. Π.χ., να χρησιμοποιείται όχι μόνο ο απόλυτος βαθμός αλλά και ο σχετικός βαθμός στην τάξη (το ranking) ή να γίνεται κάποια προσαρμογή (normalization) με βάση τα αποτελέσματα στις πανελλήνιες εξετάσεις (βλ. παρακάτω).

7. Η αποστήθιση

Η «παπαγαλία» αναγνωρίζεται από πολλούς ως ένα βασικό πρόβλημα της ελληνικής μέσης εκπαίδευσης (Λ. Βλάχος, Βήμα 2/10/07). Το πρόβλημα της αποστήθισης δεν οφείλεται απαραίτητα στην ύπαρξη των πανελληνίων εξετάσεων. Το αν συμβάλλουν οι πανελλήνιες σε αυτό το πρόβλημα ή όχι εξαρτάται από την υφή των θεμάτων. Αν τα θέματα απαιτούσαν κρίση, ή ακόμα καλύτερα, αν οι εξετάσεις γίνονταν με ανοικτά βιβλία, δεν θα έμπαινε θέμα παπαγαλίας. Η κουλτούρα της αποστήθισης ίσως οφείλεται στους εκπαιδευτικούς και τα προγράμματα σπουδών. Δεν γνωρίζω αρκετά για το θέμα.

Ο σχεδιασμός ενός νέου συστήματος εισαγωγής στο πανεπιστήμιο είναι μιά σημαντική δουλειά που απαιτεί πολύ χρόνο και ενδελεχή μελέτη των πρακτικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Παρακάτω δίνω μερικές ιδέες/προτάσεις που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση διαλόγου:

1. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν είναι απαραίτητο να «διδάσκεται ως μάθημα» στην τάξη. Θα μπορούσε κάλλιστα να δίνονται οι πληροφορίες στους μαθητές και να τις εξερευνούν μόνοι τους. Θα μπορούσε να υπάρχει μιά ιστοσελίδα οργανωμένη με τους δύο τρόπους:

α) λίστα όλων των υπαρκτών επαγγελμάτων με πληροφορίες για το μονοπάτι που οδηγεί σε κάθε ένα από αυτά, στατιστικά στοιχεία για τις αποδοχές, τη ζήτηση στην αγορά, βιογραφικά χαρακτηριστικών περιπτώσεων, κτλ

β) πληροφορίες για κάθε τμήμα που υπάρχει στο μηχανογραφικό. Σύνδεση με την ιστοσελίδα του τμήματος, στατιστικά στοιχεία για τον ρυθμό αποφοίτησης, αξιολογήσεις, και οπωσδήποτε επαγγελματικά δικαιώματα.

2. Να διατηρηθεί οπωσδήποτε το αδιάβλητο με τη χρήση μόνο αντικειμενικών κριτηρίων. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι ώριμη ακόμα για συνεντεύξεις και άλλες υποκειμενικές μεθόδους κρίσης. Θα μπορούσε πάντως, δοκιμαστικά, να δοθεί μικρή βαρύτητα σε μιά έκθεση που θα γράφουν οι υποψήφιοι για τους λόγους για τους οποίους επιθυμούν να φοιτήσουν σε ένα πανεπιστήμιο ή ένα τμήμα η οποία θα αποτιμάται από το ίδιο το τμήμα. Ο σκοπός αυτής της άσκησης είναι να διεγείρει τα παιδιά να σκεφτούν τι θέλουν να σπουδάσουν και γιατί.

3. Για την είσοδο στο πανεπιστήμιο να χρησιμοποιούνται οι κανονικοποιημένοι βαθμοί του Λυκείου (βλ. παρακάτω) και οι βαθμοί στις πανελλήνιες εξετάσεις. Ο συντελεστής βαρύτητας του κάθε μαθήματος θα αποφασίζεται από το κάθε τμήμα. Το κάθε τμήμα επίσης θα αποφασίζει ποιά είναι η ελάχιστη βαθμολογία (η «βάση») για να εισαχθεί ένας φοιτητής σε αυτό. Η γενική «βάση του 10» να καταργηθεί.

4. Ο αριθμός των εισακτέων θα αποφασίζεται από το κάθε τμήμα σε συνεργασία με την διοίκηση του πανεπιστημίου. Όμως για να μην μειώσουν υπέρ του δέοντος τον αριθμό εισακτέων τα τμήματα, θα πρέπει να υπάρχουν κίνητρα. Π.χ. ο αριθμός μελών ΔΕΠ του τμήματος και η χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι συναρτήσεις του αριθμού των φοιτητών που εισάγει και που αποφοιτεί ένα τμήμα.

5. Οι πανελλήνιες εξετάσεις να μετατραπούν σε εξετάσεις βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων και να αποδεσμευτούν από την ύλη των μαθημάτων του Λυκείου. Ανάλογες ξένες εξετάσεις (SAT, κτλ) θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρότυπα.

6. Κανονικοποίηση των βαθμών του Λυκείου. Σε όλες τις χώρες οι βαθμοί του Λυκείου αποτελούν βασικό κριτήριο για είσοδο στο πανεπιστήμιο. Στην Ελλάδα όμως η εμπειρία είναι αρνητική. Όταν δόθηκε βαρύτητα στους βαθμούς στη δεκαετία του 90 ο αριθμός των «αριστούχων» αυξήθηκε δραματικά. Ίσως είναι ίδιον του ελληνικού χαρακτήρα η υποταγή της ακεραιότητας στο συναισθηματισμό. Πέρα από την «κοινωνική πίεση», είναι φυσικό οι καθηγητές να έχουν διαφορετικές προδιαγραφές αυστηρότητας (το 15 του ενός μπορεί να ισοδυναμεί με το 19 του άλλου). Μία λύση στο πρόβλημα του «πληθωρισμού βαθμών» είναι να χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό στοιχείο η κατάταξη του μαθητή στην τάξη. Όμως αυτό αγνοεί διαφορές στο επίπεδο ενός σχολείου σε σχέση με κάποιο άλλο.

Μιά πιό συστηματική ιδέα είναι να γίνεται «κανονικοποίηση» των βαθμών του Λυκείου με βάση τον μέσο όρο της τάξης στις πανελλήνιες εξετάσεις (Π.Ε). Π.χ.

Κανονικοποιημένος βαθμός = Βαθμός Χ (Εθνικός Μέσος)/(Μέσος Τάξης) Χ (Μέση ΠΕ τάξης)/(Μέση ΠΕ Ελλάδας)

Ο πρώτος λόγος διορθώνει για την «επιείκια ή αυστηρότητα» του δασκάλου και ο δεύτερος για την ενδεχόμενη διαφορά επιπέδου της συγκεκριμένης τάξης σε σχέση με την επικράτεια. Δεν γνωρίζω να εφαρμόζεται πουθενά αυτή η μέθοδος, για αυτό καλό είναι να δοκιμαστεί πρώτα πιλοτικά.

7. Για την διευκόλυνση της φοίτησης σε οποιαδήποτε ηλικία και τη μείωση των ανενεργών και αδιάφορων φοιτητών προτείνω ένας μαθητής να διατηρεί δια βίου το δικαίωμα να εγγραφεί σε οποιαδήποτε σχολή στην οποία τα μόρια του επιτρέπουν την είσοδο τη χρονιά που αποφοίτησε από το Λύκειο. Ένας ενήλικας θα πρέπει μόνο να δώσει τις πανελλήνιες εξετάσεις δεξιότητας, που θα μπορούσαν μάλιστα να προσφέρονται και περισσότερες από μιά φορά το χρόνο.

8. Εξετάσεις μετά την αποφοίτηση και αποσύνδεση του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα. Οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με κάτι πιό συστηματικό. Οι επιδόσεις των φοιτητών σε αυτές τις εξετάσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για διάφορους σκοπούς: αποτίμηση της ποιότητας εκπαίδευσης ενός ιδρύματος, προσλήψεις στο δημόσιο, για αποδοχή σε μεταπτυχιακά προγράμματα, ή για την κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων. Για ορισμένους τομείς οι εξετάσεις θα μπορούσαν να διενεργούνται από επαγγελματικούς φορείς όπως το ΤΕΕ, οι Ιατρικοί Σύλλογοι, οι δικηγορικοί σύλλογοι, κτλ. Αυτό θα λύσει και το πρόβλημα με τα διάφορα πτυχία εξωτερικού αμφίβολης αξίας.

9. Να θεσπιστούν χαμηλά δίδακτρα (μετά από την κατάλληλη αναθεώρηση του άρθρου 16). Κάποια χαμηλά δίδακτρα θα αυξήσουν την υπευθυνότητα των «χρηστών» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο για τους οικονομικά ασθενέστερους. Τα δίδακτρα θα μπορούσαν να είναι και συνάρτηση της οικονομικής κατάστασης κάποιου, όπως αυτή αποτυπώνεται στα έντυπα Ε2 και Ε9 της εφορίας (όχι μόνο εισόδημα αλλά και κινητή και ακίνητη περιουσία). Το μέτρο αυτό πρόσφατα υιοθέτησε η Γερμανία σε μιά προσπάθεια να μειώσει το ποσοστό των αδιάφορων φοιτητών στα πανεπιστήμιά της. Η κομμουνιστική Κίνα υιοθέτησε δίδακτρα στα τέλη της δεκαετίας του 90 (περίπου $750 για προπτυχιακές και $1000 για μεταπτυχιακές σπουδές). Σημειωτέον ότι η Κίνα έχει 3 φορές χαμηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα από την Ελλάδα.

Advertisements