Το μέτρον του άριστου ή του παράλογου;

Νίκου Μαρκάτου, Καθηγητή ΕΜΠ, τ. Πρύτανη

Πολύ λίγοι τομείς της κοινωνίας είναι πιο επιρρεπείς στους απότομους ενθουσιασμούς απ’ ότι ο Εκπαιδευτικός. Ούτε η Ανώτατη Παιδεία είναι άτρωτη σ’ αυτό το φαινόμενο. Αυτοί οι ενθουσιασμοί, περιγραφόμενοι συνήθως με μια λέξη, όπως «ισότης», «διακρίσεις», «διοίκηση» κ.τ.λ., αποκτούν ταχύτατα το καθεστώς της «παγκόσμιας διάγνωσης», και ένθεν εμφανίζονται ως η θεραπεία όλων των κακών που η κοινή γνώμη πιστεύει ότι κατατρέχουν τις αίθουσες διδασκαλίας των σχολείων και τα αμφιθέατρα των Πανεπιστημίων, καθώς και άλλων που η κοινή γνώμη δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν. Η απάντηση στο γιατί συμβαίνουν αυτές οι εξάρσεις και στο πως μεταδίδονται από στόματος σε στόμα και από ένα εθνικό θεσμό ή διεθνές ακροατήριο σε άλλο, θα χρειαζόταν μια καλή και μακροχρόνια διδακτορική διατριβή. Αυτή θα ήταν σίγουρα αποκαλυπτική.

Η «ποιότης» (και επομένως η «αξιολόγηση» των ΑΕΙ) έχει τώρα για τα καλά προστεθεί στο «κουτί της Πανδώρας» των παγκοσμίων «προβλημάτων». Τα συστήματα Ανώτατης Παιδείας κάτω από τον έλεγχο των Κυβερνήσεων και Κυβερνητικών φορέων κατακλύζονται ξαφνικά με προτάσεις ως προς το πως θα βελτιώσουν την παραπάνω έννοια. Από την Αμερική μέχρι την Αυστραλία, τα Ακαδημαϊκά Ιδρύματα πολιορκούνται από ένα αυξανόμενο, και συχνά κακόφωνο, πλήθος «αξιολογητών ποιότητας». Μερικοί ανασύρονται από τη Εκπαίδευση. Άλλοι παραμονεύουν στον περιθωριακό χώρο των συμβούλων, που καταλαμβάνει τα σύνορα μεταξύ ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, δημόσιας διοίκησης και βιομηχανίας/επιχειρήσεων.

Όμως η «ποιότης», όπως με προσωπικό κόστος ανεκάλυψε ο συγγραφεύς του «Ζεν και η Τέχνη της Συντήρησης Μοτοποδηλάτων», είναι άπιαστη – τόσο πολύ ώστε οι προσπάθειές του να την ορίσει τον έσπρωξαν από την άκρη της λογικής και τον οδήγησαν στο ζουρλομανδύα. Επίσης ενέχει το σημαντικότατο μειονέκτημα να σημαίνει αντιδιαμετρικά διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους, και ως επακόλουθο, σε διαφορετικά Τμήματα, Σχολές, Ιδρύματα και Συστήματα Ανώτατης Παιδείας. Μας θυμίζει λοιπόν το σύνθημα του Χρηματιστηριακού πυρετού του 1999 που ήταν «ένα εγχείρημα για την ευημερία όλων μας: όλοι να εγγραφούμε, κανείς να μην ξέρει περί τίνος πρόκειται». Τώρα βέβαια μάθαμε !

Ο σκοπός του Πανεπιστημίου, από ιδρύσεώς του, είναι, για όσους δεν το γνωρίζουν, να ορίζει την «ποιότητα» και να είναι ο θεματοφύλακας της διατήρησής της, των προσαρμογών της και της μετάδοσής της στις επερχόμενες γενεές. Γιατί λοιπόν αυτή η ξαφνική ανακάλυψη ότι τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα έχουν εμφανώς αποτύχει σ’ ένα καθήκον που έχουν ικανοποιήσει από απομνημονεύτων ετών;

Εάν κανείς μελετήσει το θέμα προσεκτικά, θα παρατηρήσει ότι αυτό που συχνά κρύβεται κάτω από τα βολικά κριτήρια των αξιολογήσεων είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Περιλαμβάνει πολύ συχνά την ακαδημαϊκή και ιδρυματική παραγωγικότητα, τον έλεγχο του κόστους, την αποτελεσματικότητα, τους ρυθμούς και τους χρόνους αποφοίτησης. Αυτά είναι ασφαλώς σοβαρά στοιχεία. Είναι όμως μόνο υποκατάστατα. Στέκονται ως ένα είδος του Τεϊλορισμού, δηλαδή ως η υποδιαίρεση ενός έργου στα απλούστατα – και συχνά άνευ ουσίας – συστατικά του, πράγμα που ισχύει στις επιχειρήσεις και επιχειρείται τώρα η εφαρμογή του στα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Τέτοιες έννοιες, που συνεισφέρουν όπως μας λένε στη βελτίωση της «ποιότητας», έστω κι αν θεωρούνται νέες και εκσυγχρονιστικές για την βιομηχανία, έχουν υπάρξει παραδοσιακά στον ακαδημαϊκό χώρο. Η πανεπιστημιακή τους αντιστοιχία εξηγεί την δύναμη των «βασικών μονάδων» – δηλαδή των Τμημάτων και των Τομέων – στην ακαδημαϊκή ζωή. Εξηγεί επίσης γιατί ο ακαδημαϊκός χώρος είναι διεθνώς μια επιχείρηση βαρειά προς τα κάτω. Τα θέματα που ανακύπτουν πρόσφατα σε σχέση με την «ποιότητα» των ΑΕΙ έχουν πολύ μικρή σχέση με την ίδια την ποιότητα. Σχετίζονται κυρίως με το ποιός θέτει τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στον ορισμό της, και επομένως με τον επιχειρούμενο κεντρικό έλεγχο από την εκάστοτε εξουσία της ίδιας της «ψυχής» της Πανεπιστημιακής Κοινότητας.

Παραδόξως (ή μήπως όχι;) η έννοια της «ποιότητας» στην ανώτατη παιδεία ενεφανίσθη μόνο όταν οι κυβερνήσεις άρχισαν να περικόπτουν τις δαπάνες για την Δημόσια Παιδεία, ενώ αναμένουν τις ίδιες υπηρεσίες με λιγότερα χρήματα.

Εάν λοιπόν δούμε την «ποιότητα» από αυτή την οπτική γωνία, τότε αυτή είναι απλά και φανερά μια τεχνική που επιτρέπει στη Δημόσια Διοίκηση να επιβάλλει υψηλούς στόχους ενώ αρνείται πεισματικά τα μέσα επίτευξης τους, και να ελέγχει πλήρως την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Οι κυβερνητικές ευθύνες μεταβιβάζονται έτσι προς τα κάτω και το Πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε «αποδιοπομπαίο τράγο».

Advertisements