Στην προηγούμενη Καθημερινή της Κυριακής δημοσιεύτηκε μία ανοικτή επιστολή για την έρευνα πάνω στις βιοϊατρικές επιστήμες, την οποία υπογράφουν -μεταξύ άλλων- και μερικοί πολύ σοβαροί επιστήμονες-Μέλη ΔΕΠ. Την παραθέτω παρακάτω προς ανάγνωση και συζήτηση:

Οπως είναι ίσως ευρύτερα γνωστό, η έρευνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους της Στρατηγικής της Λισσαβώνας, η οποία έχει θέσει ως στόχο να γίνει μέχρι το 2010 «η Ευρώπη, η πλέον ανταγωνιστική οικονομία και κοινωνία της γνώσης». Σύμφωνα με αυτήν θα πρέπει η αναλογία των ερευνητών ανά 1.000 εργαζόμενους να αυξηθεί από 5,7 το 2001 σε περίπου 8 μέχρι το 2010 (στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ ήταν το 2001 9,14 και 8,08 αντίστοιχα). Τούτο σημαίνει ότι είναι αναγκαία η δημιουργία 500.000 νέων θέσεων ερευνητών (από 700.000 περίπου το 2004 σε 1.200.000 μέχρι το 2010).

Επομένως, θα ήταν ευχής έργο αν η Ελλάδα μπορούσε να αναπροσανατολιστεί προς την κατεύθυνση της επένδυσης στην έρευνα και καινοτομία, προκειμένου να επωφεληθεί από την ιδανική αυτή συγκυρία. Οσο όμως και αν ηχεί περίεργα, η Ελλάδα συγκεντρώνει πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε να γίνει μια σημαντική τεχνολογική και επιστημονική κυψέλη μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη. Αφενός διαθέτει εξαιρετική γεωγραφική θέση ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Εγγύς Ανατολής, Μεσογείου, Βαλκανίων και Ευξείνου Πόντου, αφετέρου το σημαντικότερο πλεονέκτημα είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει άφθονο και ικανοποιητικά καταρτισμένο επιστημονικό δυναμικό, με ιδιαίτερη έφεση στην έρευνα, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις αξιόλογες επιδόσεις των Ελλήνων ερευνητών στο εξωτερικό.

Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα στη χώρα μας; Η υστέρηση της Ελλάδος στον χώρο της έρευνας και καινοτομίας είναι πραγματικά τραγική (άρθρο της έγκριτης εφημερίδας σας στις 11/6/2006). Η εθνική δαπάνη της χώρας μας δεν ξεπερνά το 0,6% του ΑΕΠ και όντως η θέση μας δεν είναι εκείνη του ουραγού μεταξύ των «15», αλλά του ουραγού μεταξύ των 25 χωρών της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ενωσης μαζί με την Πολωνία.

Η βιο-ιατρική έρευνα αποτελεί τον δεύτερο βασικότερο κλάδο στη σύγχρονη καινοτομική τεχνολογία, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι κατά την περίοδο 2002-2006 κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης με 2,255 δισ. ευρώ έναντι 3,625 δισ. ευρώ που διατέθηκαν για την Κοινωνία της Πληροφορίας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η βιο-ιατρική έρευνα και τεχνολογία είναι σχεδόν εμβρυώδης και ανοργάνωτη (όχι όμως και ανύπαρκτη χάρη στις άοκνες προσπάθειες μεμονωμένων επιστημόνων και πανεπιστημιακών δασκάλων) λόγω της έλλειψης κεντρικής πολιτικών επιλογών, γεγονός το οποίο αποθαρρύνει τελικά και τις περισσότερες πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα να χρηματοδοτήσει ανάλογες ερευνητικές προσπάθειες. Η διασύνδεση της αγοράς και της παραγωγικής διαδικασίας με τα ερευνητικά ιδρύματα είναι υποτυπώδης, ενώ, δυστυχώς, σημαντικό τμήμα του ερευνητικού δυναμικού έχει ευκαιριακή και μόνο ενασχόληση με την έρευνα λόγω υποχρηματοδότησης, αλλά και απουσίας κινήτρων (φορολογικών και άλλων) προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο, το οποίο να ενθαρρύνει τις θερμοκοιτίδες και τους τεχνοβλαστούς (start up και spin off), τη διασύνδεση των ακαδημαϊκών και μη ερευνητών με την παραγωγή, τον συντονισμό των ερευνητικών προσπαθειών, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα, μπορεί η Ελλάδα να αποταθεί στην Ευρώπη και να ζητήσει αυξημένους πόρους για τη βιο-ιατρική έρευνα. Το νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να συνδυασθεί με φορολογικά κίνητρα προς τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να συμμετάσχει σε αυτή τη σχεδιαζόμενη αναπτυξιακή έκρηξη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μόνο στην Ευρώπη οι επενδύσεις στη φαρμακευτική έρευνα ξεπέρασαν τα 21 δισεκατομμύρια ευρώ το έτος 2004! Η υγεία δεν είναι μόνο επένδυση για ποιότητα ζωής, αλλά έχει και πρωτογενή αναπτυξιακή διάσταση με νέες θέσεις εργασίας και παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Στις ΗΠΑ, η επένδυση στη βιο-ιατρική έρευνα το 2005 ανήλθε σε 28 δισ. δολάρια, αλλά το όφελος της κοινωνίας μόνο από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης υπολογίζεται ότι την ίδια χρονιά έφτασε τα 3,2 τρισ. δολάρια.

Είναι, όμως, εξαιρετικά αναγκαία και η συμβολή της εκπαίδευσης για να επιτευχθούν μόνιμα και σημαντικά αποτελέσματα στο χώρο των βιο-ιατρικών επιστημών. Αυτό σημαίνει μεταβολές του προγράμματος σπουδών των ιατρικών σχολών, ενώ παράλληλα απαιτείται αναμόρφωση του συστήματος των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, των διδακτορικών και μετα-διδακτορικών σπουδών, ώστε να είναι προσανατολισμένα στη λεγόμενη «translational medicine», όρος που σημαίνει ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί η συνεργασία βασικών επιστημών και της κλινικής ιατρικής, ώστε να μεταφερθεί η καινοτομία στην κλινική πράξη. Στην κατεύθυνση αυτή η δημιουργία Ειδικού Συμβουλίου Ιατρικής Ερευνας στο υπουργείο Υγείας, το οποίο θα επιφορτισθεί με το καθήκον του καθορισμού των προτεραιοτήτων άρα και της προκήρυξης των θεματικών διαγωνισμών στην ιατρική επιστήμη, με στόχο τη χρηματοδότηση της κλινικής ιατρικής έρευνας στα πανεπιστημιακά ιδρύματα και σε ιατρικά κέντρα με βάση την αριστεία.

Η διασύνδεση των μεταπτυχιακών σπουδών με την παραγωγή θα συμβάλλει και στη χρηματοδότηση των ερευνητικών προσπαθειών των νέων γιατρών, ωθώντας τους σε μια μονιμότερη σχέση με την έρευνα, όπου άλλωστε υπάρχει επείγουσα ανάγκη για εξειδικευμένο ιατρικό δυναμικό. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αμερικανική πρωτοτυπία να συνδεθεί η μεταπτυχιακή εκπαίδευση με την έρευνα, αφού έχει ενσωματωθεί στην εκπαίδευση κατά την ειδικότητα ένα ή δύο χρόνια έρευνας. Δεδομένης της προοπτικής κατάργησης της υπηρεσίας υπαίθρου στην Ελλάδα λόγω της στελέχωσης των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με γενικούς ιατρούς, θα μπορούσε να αντικατασταθεί ο χρόνος της υπηρεσίας υπαίθρου με υποχρεωτική (για την ολοκλήρωση της ειδικότητας) αμειβόμενη ερευνητική δραστηριότητα. Το μέτρο αυτό μπορεί να δώσει δημιουργικές και παραγωγικές διεξόδους σε νέους γιατρούς που λιμνάζουν στις λίστες αναμονής για ειδικότητα.

Οσον αφορά την ανάπτυξη της βιο-ιατρικής τεχνολογίας, θα ήταν ευκταίο να δημιουργηθεί ένα εξειδικευμένο τμήμα προπτυχιακών σπουδών Μηχανικών Βιο-ιατρικής Τεχνολογίας, όπως άλλωστε έχουν από καιρό προτείνει έγκριτοι καθηγητές του ΕΜΠ αλλά και άλλων πολυτεχνικών σχολών της χώρας. Η συνεργασία των βιο-ιατρικών επιστημών με τις τεχνολογικές επιστήμες μπορεί να αποτυπωθεί και στη δημιουργία ερευνητικών ινστιτούτων – πόλων καινοτομίας, όπου θα συνεργάζονται εντατικά οι δύο επιστημονικοί κλάδοι με προφανή πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.

Χρυσή ευκαιρία αποτελεί για την Ελλάδα η προσπάθεια για τη δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου για την έρευνα και την καινοτομία από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας. Ο ώριμος, ανοιχτός και δημιουργικός διάλογος σχετικά με τις στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας στον χώρο της έρευνας και μάλιστα της βιο-ιατρικής έρευνας, μπορεί να μεταβάλει ριζικά το πεδίο της παραγωγής νέας γνώσης και υψηλής τεχνολογίας, ιδίως στον προνομιακό, για την Ελλάδα, χώρο της υγείας, αλλά και να αλλάξει δομικά τις προοπτικές απασχόλησης και ανάπτυξης. Και τούτο διότι με αυτόν τον τρόπο θα αντιμετωπιστεί δομικά η ιατρική ανεργία, αλλά και η Ελλάδα θα αποκτήσει μια σημαντική παρουσία στις τεχνολογίες αιχμής, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβώνας όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Με τιμή,

Χ. Ιατρού, Νεφρολόγος, Πρόεδρος Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών

Β. Γολεμάτης, Καθηγητής Χειρουργικής

Δ. Βασιλόπουλος, Καθηγητής Νευρολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Π. Βάρδας, Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Εταιρεία Μελέτης Ιατρικής Εκπαίδευσης

Μ. Κουτσιλίερης, Καθηγητής και Διευθυντής Εργαστηρίου Πειραματικής Φυσιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Δ. Κουτσούρης, Καθηγητής Βιο-ιατρικής Τεχνολογίας ΕΜΠ

Ε. Θηραίος, Γενικός Ιατρός, Ειδικός Γραμματέας Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών

Π. Αποστολίδης, Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος

Α. Ευστράτογλου, Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων ΥΠΕΠΘ

Ν. Κεραμάρης, Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Νέων Ιατρών και Επιστημόνων Υγείας

Advertisements