Το Νόεμβριο του 2005 όταν συνέλεγα υπογραφές για το «μανιφέστο» του GUR ένας διακεκριμένος καθηγητής σε πανεπιστήμιο της Αμερικής μού έγραψε το εξής περιεκτικό:

«A key ingredient of reform, in my opinion, is transparency (no place to hide), and accountability (everybody reports to someone)»

Η λέξη accountability αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ως «λογοδοσία». Η λέξη αυτή εισήχθη στο πολιτικό μας λεξιλόγιο νομίζω από το ΠΑΣΟΚ, μάλλον στην προσπάθεια ανεύρεσης νέων trendy συνθημάτων. Τελευταία υιοθετήθηκε και από τη ΝΔ, που υποτίθεται με τον τελευταίο «νόμο πλαίσιο» εισήγαγε τη λογοδοσία στα πανεπιστήμια.

Η λέξη «λογοδοσία» συνοδεύεται συνήθως από το επίθετο «κοινωνική», δηλαδή ο λογοδοτών λογοδοτεί στην κοινωνία, όχι στο κράτος. Όμως κανένας από αυτούς που χρησιμοποιούν τη φράση «κοινωνική λογοδοσία» δεν έχει προτείνει όργανα εκπροσώπησης της «κοινωνίας» στα οποία τα πανεπιστήμια θα λογοδοτούν. Ένας τέτοιος θεσμός θα ήταν π.χ. τα Συμβούλια Επιτρόπων, που έχουμε συζητήσει αρκετά εδώ μέσα. Έστω και αν τα μέλη τους διορίζονταν από το κράτος, θα είχαν ένα σημαντικό βαθμό αυτονομίας. Χωρίς τέτοιους θεσμούς, «κοινωνική λογοδοσία» σημαίνει απλώς λογοδοσία στο κράτος, με όσα καλά ή κακά αυτό συνεπάγεται.

Όμως λογοδοσία δεν σημαίνει απλώς να γράφει κάποιος μιά αναφορά, κάθε τέσσερα χρόνια ή και κάθε χρόνο. Έχει επίσης και την έννοια του καταλογισμού ευθυνών και της τιμωρίας. «To be held accountable» σημαίνει ακριβώς αυτό, να σου αποδωθούν ευθύνες και να τιμωρηθείς. Η λογοδοσία είναι δηλαδή το αντίθετο της σημερινής ατιμωρησίας. Όταν κάποιος παραβαίνει τις υποχρεώσεις του ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ! Την έννοια όμως της τιμωρίας την απορρίπτουν μετά βδελλυγμίας όχι μόνο η ΠΟΣΔΕΠ αλλά και πολλοί δήθεν μεταρρυθμιστές.

Για να λειτουργήσει η λογοδοσία θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιά είναι τα καθήκοντα του καθενός και ποιές είναι οι επιπτώσεις παράβασης αυτών των καθηκόντων. Ο καθένας πρέπει να ελέγχεται από (να «αναφέρεται», να «λογοδοτεί» σε) κάποιον ανώτερο στην ιεραρχία. Ο ελέγχων έχει την υποχρέωση να επιβάλλει κυρώσεις όταν κάποιος ελεγχόμενος από αυτόν παραβαίνει τα καθήκοντά του. Π.χ., ο πρόεδρος του τμήματος οφείλει να επιβάλλει κυρώσεις όταν ένας καθηγητής δεν πηγαίνει στο μάθημα με το να τον στείλει ας πούμε σε πειθαρχικό συμβούλιο. Αν δεν το κάνει, «λογοδοτεί» για αυτό στον κοσμήτορα, και ο κοσμήτορας στον πρύτανη. Τέλος ο πρύτανης θα πρέπει να λογοδοτεί σε κάποιο εξωτερικό του πανεπιστημίου όργανο που προασπίζει το δημόσιο συμφέρον (όπως τόνισε στο άρθρο του ο κ. Νικολαΐδης). Αυτή τη στιγμή το ρόλο αυτό παίζει το Υπουργείο Παιδείας. Αλλά το Υπουργείο δεν έχει τη δικαιοδοσία να τιμωρήσει έναν πρύτανη που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. Το μόνο μέσο που έχει στη διάθεσή του είναι η χρηματοδότηση, αλλά αυτό είναι πολύ αμβλύ μέσο. Μισθούς δεν μπορεί να κόψει. Τον πρύτανη δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει, είναι «δημοκρατικά» εκλεγμένος. Κι έτσι τα πανεπιστήμια κατάντησαν άντρα ατιμωρησίας και «αυτοεξυπηρετούμενοι» οργανισμοί που απομιζούν δημόσιους πόρους χωρίς να δίνουν λογαριασμό.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η πηγή της ατιμωρησίας στα πανεπιστήμια είναι ο τρόπος διοίκησης που θεσπίστηκε με το νόμο πλαίσιο του 1982. Λογοδοσία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αλλαγή αυτού του τρόπου διοίκησης. Ούτε η αξιολόγηση ούτε τα τετράχρονα προγράμματα από μόνα τους θα λύσουν το πρόβλημα.

Advertisements