Πολιτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης
Κομνηνών 23,  546 24 Θεσσαλονίκη
Τηλ. & Fax:   2310244882
Κινητό:         6944669919

http://www.pokethe.gr

Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 2007

Ένα κείμενο:

για την μεταρρύθμιση στην παιδεία

για τον πολιτικό διάλογο στο σπουδαστικό κίνημα   

Το κείμενο αυτό είναι μια σύνοψη συμπερασμάτων που προέκυψαν μέσα από αλλεπάλληλες συζητήσεις που έγιναν για την παιδεία στο Πολιτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.

Η τοποθέτηση για το μέτωπο παιδείας, στη διάρκεια μιας παρατεταμένης αγωνιστικής κατάστασης, έχει στόχο να συμβάλλει στην ανάπτυξη της πολιτικής προβληματικής, να εισάγει το σπέρμα της πολιτικής αποτίμησης των δεδομένων.

Ο πολιτικός ορθολογισμός που διαπερνά το κείμενο, προκαταβολικά αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι αυτό που ταιριάζει σε ένα χώρο αμφισβήτησης, αλλά πιστεύουμε ότι σήμερα ενδείκνυται να εισαχθεί στο διάλογο για την παιδεία, σαν ένα επιπλέον στοιχείο που θα προσδώσει μια αναγκαία ρεαλιστική πλευρά στα πράγματα και θα συμβάλει στην αναζήτηση δυνατών διεξόδων.


l   Θα μπορούσαν να αποδοθούν διάφορες προθέσεις και σκοπιμότητες στην κυβέρνηση σχετικά με την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, αν η εν λόγω «μεταρρύθμιση» δεν ήταν επιβεβλημένη, κατά κάποιο τρόπο, από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το άρθρο 16 αναθεωρείται στα πλαίσια εναρμόνισης της Ελληνικής νομοθεσίας με την αντίστοιχη Κοινοτική· στα πλαίσια φιλελευθεροποίησης του εκπαιδευτικού συστήματος και άρσης των όποιων απαγορεύσεων και περιορισμών προέβλεπε το εθνικό Σύνταγμα. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και δεν συνιστά με κανένα τρόπο θεσμική πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Παρά μόνο θεσμική «πρόνοια» της Ελλάδας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενόψει και μελλοντικών πρωτοβουλιών που είναι να αναλάβει στο τομέα της Ανώτατης εκπαίδευσης για την αναγνώριση των κολεγιακών παραρτημάτων. 

l    Οι θεσμικές αλλαγές στην Ελλάδα πάει καιρός που δεν υπακούουν σε εγχώριες πολιτικές. Η «μεταρρύθμιση» στις μέρες μας, ο «εκσυγχρονισμός» στο σύνολό του, είναι έννοιες ταυτόσημες με τον εξευρωπαϊσμό της Ελληνικής κοινωνίας. Η θεσμική προσαρμογή σ’ όλα τα επίπεδα είναι μια δεσμευτική διαδικασία αλλαγών που είμαστε υποχρεωμένοι να τηρήσουμε με βάση αυστηρά χρονοδιαγράμματα και δεσμεύσεις.Πέραν αυτού θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, την παγκοσμιοποίηση στον τομέα της εκπαίδευσης, τον διεθνή πανεπιστημιακό ανταγωνισμό, που συνιστούν μια νέα πραγματικότητα και είναι δύσκολο κανείς να την παραβλέψει χωρίς να υποθηκεύσει το μέλλον της εθνικής εκπαίδευσης.

Το πανεπιστήμιο σαν ένας ιδιαίτερος κοινωνικός χώρος είχε και έχει μια ορισμένη θέση στο όλο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Ο κοινωνικός του χαρακτήρας είναι στενά συνδεδεμένος με την οικονομία και τις ανάγκες της. Η αξιολόγηση των πανεπιστημιακών σχολών πάντα γίνονταν με κοινωνικά κριτήρια (και όχι ακαδημαϊκά).

Το πανεπιστήμιο και η εκπαίδευση είχαν μιαν αδιαμφισβήτητη αξία για κάθε κοινωνία. Σήμερα φαίνεται να περνάμε σε μια περίοδο όπου η σπουδαιότητα αυτή αποκτά αυξανόμενη σημασία. Ο τομέας της εκπαίδευσης (και ιδιαίτερα της ανώτατης) αναγορεύεται σε κεντρικό μοχλό της νέας οικονομίας, της οικονομίας της καινοτομίας, της πληροφορικής, της τεχνολογικής ειδίκευσης, των υπηρεσιών.

Η ανάπτυξη των πανεπιστημιακών σπουδών ξεπερνά τα εθνικά πλαίσια και παίρνει διεθνή χαρακτήρα. Η φοιτητική μετανάστευση αναπροσανατολίζεται. Κατευθύνεται πλέον προς τα κέντρα υψηλού πανεπιστημιακού κύρους από τις χώρες χαμηλών πανεπιστημιακών προδιαγραφών.Η επιχειρηματική επένδυση σε πανεπιστήμια αποκτά για πρώτη φορά τόσο μεγάλη σημασία και αξία, χωρίς να συνδέεται απευθείας με επιδιώξεις άμεσου επιχειρηματικού κέρδους (όπως της καταλογίζεται) αλλά μιας ανοιχτής πρόσβασης στον τομέα της γνώσης και της έρευνας. Οι χώροι των προηγμένων πανεπιστημίων αποκτούν τη σημασία στρατηγικών χώρων ελέγχου των σύγχρονων επιτευγμάτων της επιστήμης που έχουν πάρει τη θέση σημαντικών συντελεστών της σύγχρονης οικονομίας. 

l   Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως σε όλους τους τομείς, έτσι και στον τομέα της εκπαίδευσης οι γενικές κατευθύνσεις των αλλαγών (που επικεντρώνονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) έχουν ήδη προσδιοριστεί σε έναν σημαντικό βαθμό μέσα από διάφορες συνόδους και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μπολόνια, Πράγα, Βερολίνο, Μπέργκεν). Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των αποφάσεων είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός Ευρωπαϊκού πανεπιστημιακού χώρου όπου θα ισχύουν οι ίδιες γενικές αρχές οργάνωσης των σπουδών και τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης των πανεπιστημίων (δύο κύκλοι σπουδών, ενιαία αναγνώριση και σύγκριση των τίτλων, συστήματα πιστωτικών μονάδων, κινητικότητα φοιτητών κλπ.)

Η Ευρωπαϊκή αξιολόγηση θα αποτελεί σύντομα την κύρια διαδικασία καθορισμού του επιπέδου των πανεπιστημίων (ιδιωτικών και δημοσίων) και σαν ενιαία διαδικασία γίνεται φανερό πως θα έχει τεράστια σημασία για το μέλλον όλης της Ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Η λειτουργία της αξιολόγησης είναι πολλαπλή και σύνθετη. Δίνει Ευρωπαϊκή διάσταση στα εθνικά πανεπιστήμια, διαμορφώνει ένα Ευρωπαϊκό ανταγωνιστικό πλαίσιο σύγκρισης, εισάγει με άμεσο τρόπο την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης και υποκινεί την ανάπτυξη των πανεπιστημίων σε κάθε κράτος – μέλος και στην Ευρώπη συνολικά. 

l   Η περίοδος των αλλαγών στα πανεπιστήμια θα μπορούσαμε να προβλέψουμε ότι θα εξελιχθεί χρονικά σε δυο φάσεις: Πρώτα σε εθνικό επίπεδο, όπου το κάθε κράτος – μέλος θα πρέπει να κάνει τις αναγκαίες γενικές θεσμικές προσαρμογές που θα επιφέρουν μια εξομοίωση με τα θεσμικά κοινοτικά δεδομένα. Ο δεύτερος κύκλος που θα ακολουθήσει, θα αφορά το κάθε πανεπιστήμιο, την κάθε σχολή χωριστά (ιδιωτική ή δημόσια). Εκεί θα πρέπει να αντιμετωπισθούν τα ιδιαίτερα προβλήματα αναδιοργάνωσης των σπουδών κατά πανεπιστήμιο, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες που παρουσιάζει το καθένα.

Αργά ή γρήγορα λοιπόν, η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση θα επιμερισθεί και θα μετατεθεί σε κάθε μονάδα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης όπου και θα αποκτήσει συγκεκριμένο χαρακτήρα. 

l   Το εθνικό θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων («ο νόμος πλαίσιο» όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) κατατάσσεται στην πρώτη φάση των αναγκαίων γενικών θεσμικών προσαρμογών που πρέπει να γίνουν σε εθνικό επίπεδο μαζί με το άρθρο 16 και με ορισμένες μερικότερες ρυθμίσεις που ήδη έχουν θεσπισθεί και ισχύουν (σύστημα διασφάλισης ποιότητας, αναγνώριση πτυχίων και ισοτιμιών, ινστιτούτο δια βίου εκπαίδευσης).

Η έκταση των αλλαγών που μπορεί να επιφέρει ο νέος νόμος πλαίσιο θα κυμαίνεται από ένα μίνιμουμ επίπεδο αναγκαίας θεσμικής προσαρμογής ως ένα ανώτατο επίπεδο αλλαγών που θα συνιστούσαν μια πραγματική τομή στα πανεπιστημιακά πράγματα.

Πάντως σε κάθε περίπτωση, ο νέος νόμος πλαίσιο δεν θα συνιστά παρά μια αναγκαία και όχι ικανή συνθήκη για την πραγματική αναβάθμιση των πανεπιστημίων. Το θέμα θα κριθεί αποφασιστικά στις αλλαγές που θα γίνουν στο επίπεδο του κάθε πανεπιστήμιου, στους ποιοτικούς όρους και στη γενική στάθμη σπουδών που θα μπορέσει να πετύχει. 

l   Πέρα από τις Ευρωπαϊκές επιταγές και δεσμεύσεις και τη νέα διεθνή πραγματικότητα (που δεν πρέπει να τις ξεχνάμε) τίθεται το ερώτημα: Υπάρχει «αυτή καθ’ αυτή» η ανάγκη της μεταρρύθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα;

Το Ελληνικό πανεπιστήμιο διέρχεται μια μακρά περίοδο στασιμότητας και κρίσης. Κρίσης, πρώτα απ’ όλα, των θεσμών που ορίζουν την οργάνωση και λειτουργία του. Και, κατά δεύτερον, κρίσης πολιτικών – εκπαιδευτικών πολιτικών.

Στοιχεία της κρίσης του Ελληνικού πανεπιστήμιου μπορεί να εντοπιστούν σε όλες τις διαδικασίες και τους υποκειμενικούς φορείς της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η μετριότητα των προγραμμάτων, το ανεπαρκές επιστημονικό προσωπικό, το χαμηλό επίπεδο των εκπαιδευτικών λειτουργιών, η γραφειοκρατικοποίηση των πανεπιστημίων και του φοιτητικού συνδικαλισμού, οι ποικίλοι συντεχνιασμοί των διδασκόντων, η έλλειψη υποδομών, η αναξιοκρατία, η περιορισμένη έρευνα κλπ.

Όλη η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα το πανεπιστήμιο είναι μια εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης του χώρου και ενός αδιέξοδου που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Από την άλλη, σε επίπεδο εκπαιδευτικών πολιτικών, παρουσιάζεται ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Τα κόμματα έχουν πάψει προ πολλού να επεξεργάζονται ειδικές πολιτικές. Έχουν αποκοπεί εντελώς από τους κοινωνικούς χώρους. Η μόνη λειτουργία σύνδεσης με αυτούς είναι η άκριτη υιοθέτηση αιτημάτων που διατυπώνονται από τους συνδικαλιστικούς φορείς. Ο λαϊκισμός είναι ο μόνος δρόμος σύνδεσης των κομμάτων με την κοινωνία. Η τροποποίηση που έχει επέλθει στον ρόλο των κομμάτων, στις σχέσεις τους με τους κοινωνικούς χώρους, προσδιορίζει το κενό πολιτικών, την έλλειψη πολιτικών παρεμβάσεων και πολιτικών διεργασιών.

Οι κοινωνικοί χώροι αυτονομημένοι πλέον, αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις πολιτικές ανάγκες διεξαγωγής των αγώνων τους. Η αυτονομία τους έχει γίνει το αξεπέραστο όριό τους. Τα ιδεολογικοποιημένα μέτωπα και οι συντεχνιασμοί είναι τα μόνα γνωρίσματα των αγώνων σε κοινωνικό επίπεδο που σημειώνονται εδώ και αρκετό καιρό. 

l   Η κρίση των πανεπιστημίων, η γενικευμένη κρίση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, είναι το αντικειμενικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο συγκροτείται τα τελευταία χρόνια ένα άτυπο μέτωπο παιδείας. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι «ένα κίνημα με αιτία». Ότι έχει αντικειμενική βάση ανάπτυξης. Και όσο η κρίση που το δημιουργεί παραμένει τόσο αυτό θα υπάρχει και θα αναπαράγεται. Πρόκειται για ένα μέτωπο που δεν διαθέτει κανενός τύπου κεντρική διεύθυνση και συντονισμό. Κινείται στη βάση μιας εσωτερικής δυναμικής, αυτόνομα κατά χώρους και κατά επίπεδο οργάνωσης των εκπαιδευτικών φορέων. Η γενική κατεύθυνση που υιοθετεί κάθε φορά είτε υπακούει σε συντεχνιακούς στόχους των διάφορων επιμέρους χώρων (δάσκαλοι), είτε απορρέει από μια γενική αντι-νεοφιλελεύθερη θεώρηση που είναι κυρίαρχη γενικά στο χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης. Μέσω του αντι-νεοφιλελευθερισμού το μέτωπο παιδείας καταγράφεται σαν απορριπτικό κίνημα αντι-νεοφιλελεύθερο, αντι-μεταρρυθμιστικό. Έχει τη μορφή ενός κινήματος που αρνείται τις όποιες αλλαγές και υπερασπίζεται το σημερινό status στην εκπαίδευση. Είναι ένα έντονα ιδεολογικοποιημένο μέτωπο που είναι δύσκολο να το δούμε να λειτουργεί πολιτικά.

Στην καταγραφή των πανεπιστημιακών παραγόντων πρέπει να αναφέρουμε και μια μερίδα πανεπιστημιακών που τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ των μεταρρυθμίσεων.

Παρ’ όλη την ανομοιογένεια των θέσεων από τις οποίες προσεγγίζει το ζήτημα, την περιορισμένη πολιτική συγκρότηση των απόψεων, αποτελεί μια τάση σε ανάπτυξη που κάνει ολοένα και περισσότερο αισθητή την παρουσία της. Και αποτελεί προάγγελο νέων συσχετισμών δύναμης που πρόκειται να αναπτυχθούν στο άμεσο μέλλον στο πανεπιστήμιο. 

l   Το γενικό σκηνικό στο πανεπιστήμιο εδώ και καιρό είναι ένα σκηνικό πόλωσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και το εκπαιδευτικό κίνημα.

Η αντιπαράθεση έχει συνολικά σχηματοποιηθεί, γεγονός που δεν βοηθά καθόλου στην πολιτική κατανόηση των επίμαχων ζητημάτων.

Η μεταρρύθμιση στον χώρο των πανεπιστημίων έχει τεθεί με μετωπικούς όρους, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να ορίζονται με γενικό τρόπο υπέρ ή κατά της μεταρρύθμισης. Κερδισμένη από αυτήν την αντιπαράθεση πολιτικά είναι η κυβέρνηση. Που χωρίς να έχει καμιά πρόθεση για ριζικές αλλαγές κερδίζει τις εντυπώσεις, μιας και εμφανίζεται σαν η μεταρρυθμιστική δύναμη στο χώρο της παιδείας. Έτσι η ήπια θεσμική προσαρμογή που θέλει να κάνει, που εν πολλοίς έχει αναγκαστικό χαρακτήρα όπως είπαμε, παίρνει το νόημα μιας μεγάλης μεταρρύθμισης.

Το μέτωπο παιδείας από την άλλη ορίζεται με απορριπτικό τρόπο απέναντι στις μεταρρυθμίσεις. Παρουσιάζοντας την εξής αντίφαση: να είναι προϊόν της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος και να αντιτίθεται στην μεταρρύθμισή του.

Ο αντι-μεταρρυθμισμός όμως του μετώπου παιδείας δεν είναι παρά η μορφή που παίρνει η κρίση πολιτικής στη μεταβατική περίοδο που περνάμε.

Σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς, ο θετικός προσδιορισμός των κοινωνικών αγώνων – η κίνησή τους πέρα από ένα πλαίσιο αντίθεσης στις επερχόμενες αλλαγές – θα προϋπέθετε γενικότερες πολιτικές διεξόδου που δεν υπάρχουν. Η ανάπτυξη του εκπαιδευτικού κινήματος γίνεται σε ένα στείρο πολιτικό περιβάλλον, σε ένα γενικευμένο πολιτικό κενό. Έτσι, αν το δούμε από άποψη ανάπτυξης του μετώπου παιδείας, έχει μια ευθύγραμμη πορεία, παραμένει σε ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς, χωρίς διαστήματα πολιτικής υπέρβασης αυτού του πλαισίου. Έχει μια αδυναμία να μετασχηματισθεί από το ιδεολογικό πεδίο στο πολιτικό. Απουσιάζουν οποιεσδήποτε πολιτικές μεσολαβήσεις που θα συνέβαλαν σε κάτι τέτοιο.Δεν υπάρχει κανένα κανάλι επικοινωνίας με κανέναν γενικό πολιτικό αγώνα όπου ο πανεπιστημιακός εντάσσεται και επενδύεται. Δεν «κεφαλαιοποιείται» πουθενά. Οι κινητοποιήσεις θα παραμείνουν πανεπιστημιακές, δεν μπορούν να ξεπεράσουν αυτά τα όρια. Δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις γι’ αυτό.  l   Οι απορριπτικοί στόχοι του φοιτητικού κινήματος δεν είναι επιτεύξιμοι (άρθρο 16 – νόμος πλαίσιο). Δεν μπορεί να γίνει καμιά σύγκριση με παλαιότερες εποχές (κατάργηση νόμων – ακύρωση θεσμικών αλλαγών). Ένα μέρος της μεταρρύθμισης αφορά αναγκαίες γενικές προσαρμογές που θα γίνουν στον άλφα ή βήτα βαθμό. Ένα δεύτερο μέρος, την ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών (που επιβάλλεται λόγω αξιολόγησης) αλλά απαιτεί χρόνο για να γίνει. Και ένα τρίτο, τις αλλαγές διοικητικού χαρακτήρα που και αυτές έχουν ήδη αξιολογηθεί σαν κρίσιμο σημείο στον νέο νόμο πλαίσιο.

Όλα αυτά θα κριθούν στο επόμενο διάστημα. Ο πρώτος κύκλος των μεταρρυθμίσεων δεν θα παραμείνει για πολύ ανοιχτός. Σε κάποιο βαθμό, έστω και σε ένα μίνιμουμ επίπεδο, θα κλείσει. Άλλωστε, όπως είπαμε, και η κυβέρνηση δεν στοχεύει σε ριζικές αλλαγές.

Με το πέρασμα των θεσμικών μέτρων, θα τεθεί προς αντιμετώπιση ένα ζήτημα αναπροσανατολισμού του μετώπου παιδείας.

Η γενική απόρριψη των μεταρρυθμίσεων, από πολιτική άποψη είναι ένα είδος τακτικής για το μέτωπο παιδείας. Δεν μπορεί να έχει μακρά ισχύ, μεγάλη διάρκεια. Κάπου, σε κάποιο σημείο, πρέπει να υπάρξει ένας άλλος προσανατολισμός. Τα ιδεολογικά μέτωπα γενικά δεν πάνε μακριά.

Οι παλιές τακτικές – της ακύρωσης στην πράξη μιας μεταρρύθμισης – δεν ξέρουμε κατά πόσο μπορεί να είναι αποτελεσματικές. Πάντως είναι σίγουρα φθοροποιές. Ένας ριζικός αναπροσανατολισμός του μετώπου παιδείας, δηλαδή η μετατροπή του σε ένα σύγχρονο μεταρρυθμιστικό κίνημα που διεκδικεί την αλλαγή στα πανεπιστήμια προβάλλοντας τους δικούς του όρους, είναι επίσης δύσκολο να γίνει, γιατί απλά το μέτωπο παιδείας δεν διαθέτει πολιτικούς όρους για κάτι τέτοιο.Αν κάποιος από τους φορείς του επιχειρήσει να δώσει ένα τέτοιο προσανατολισμό, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, το μόνο βέβαιο είναι ότι θα οδηγήσει το μέτωπο σε διάσπαση και εσωτερική κρίση. Είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο. Αλλά το μέτωπο παιδείας στο σύνολό του θα διανύσει το επόμενο διάστημα στα πλαίσια της σημερινής του κατεύθυνσης σαν αντι-μεταρρυθμιστικό κίνημα. Με πιθανότερη προοπτική μια φθίνουσα πορεία όπου βαθμιαία θα εξαντλείται σαν διαδικασία και δυναμική.Το αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης δεν πρόκειται βέβαια να ικανοποιήσει τους μεταρρυθμιστές, που μπορεί να έχουν στο μυαλό τους τη μετατροπή των Ελληνικών πανεπιστημίων σε Αγγλικά πανεπιστήμια ή σε μικρά Χάρβαρντ. Ο τεχνοκρατισμός έχει και αυτός τις ουτοπίες του.

Το δημόσιο Ελληνικό πανεπιστήμιο και μεταρρυθμισμένο ακόμα είναι δύσκολο να ξεπεράσει τα χρόνια παθολογικά του προβλήματα και να μπει σε μια τροχιά πανεπιστημιακής ανάπτυξης.

Δυστυχώς όλοι οι παράγοντες συνηγορούν σε μια αργή εξέλιξη των πραγμάτων. Αυτοί που θέλουν τις μεταρρυθμίσεις αλλά δεν τολμούν να τις κάνουν στο βαθμό που χρειάζεται, και βέβαια αυτοί που είναι δηλωμένοι αντίπαλοι κάθε αλλαγής, γιατί έτσι πιστεύουν αυτή την περίοδο ότι υπερασπίζονται το μέλλον των Ελληνικών πανεπιστημίων. 

l   Οι αλλαγές στο πανεπιστήμιο είναι ένα ανοιχτό κεφάλαιο. Επιδέχεται πολλές εκδοχές. Με στοιχεία συμβατότητας προς τα Ευρωπαϊκά θεσμικά δεδομένα αλλά και εθνικής ιδιαιτερότητας.

Αυτή η πολυμορφία στον Ευρωπαϊκό χώρο δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Τα Γαλλικά πανεπιστήμια θα διαφέρουν από τα Αγγλικά, όπως και τα Ιταλικά από τα Σουηδικά. Το Ελληνικό πανεπιστήμιο, παρ’ όλη την σχετικά χαμηλή του στάθμη, είναι ένας ζωτικός χώρος αμφισβήτησης και νεολαιίστικων κινημάτων. Η επιστημονική του αναβάθμιση είναι αναγκαία, όπως και η διατήρηση της πολιτικής του φυσιογνωμίας. Αυτά μπορεί να αποτελέσουν μια κοινή προοπτική του εκπαιδευτικού κινήματος, χωρίς το ένα να προκρίνεται σε βάρος του άλλου. Μπορούν να αποτελούν στοιχεία μιας ενιαίας πολιτικής που θα στοχεύει σε ένα πανεπιστήμιο σύγχρονο, ανοιχτό στις προκλήσεις των καιρών, και ταυτόχρονα σε ένα πανεπιστήμιο που να είναι χώρος ανάπτυξης της πολιτικής προβληματικής και αμφισβήτησης. 

Για το Πολιτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

Μήλιος Χρήστος

Advertisements