Απαντώντας στην πρόσκλησή σας για διάλογο σχετικά με το νέο νόμο πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση θα ήθελα να σας γνωρίσω τα παρακάτω
Υπηρετώ στο ΑΠΘ ως μέλος ΔΕΠ από το 1979, ένα έτος σχεδόν μετά από την επιστροφή μου από τις ΗΠΑ όπου πραγματοποίησα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές (MS και Ph.D). Είμαι μέλος της ΓΣ του Τμήματός μου σχεδόν ανελλιπώς μετά την εφαρμογή του Ν. 1268/82. Υπήρξα Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών, είμαι Διευθυντής Εργαστηρίου και συμμετείχα σε πολλές πανεπιστημιακές επιτροπές.

Μετά από την μακρόχρονη αυτή εμπειρία μου στη λειτουργία του Πανεπιστημίου θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι η μεγαλύτερη πληγή στην Ανώτατη Εκπαίδευση είναι το εκλογικό σύστημα με την αυξημένη φοιτητική (παραταξιακή) συμμετοχή στην εκλογή Πρυτάνεων, Κοσμητόρων, Προέδρων κλπ. Κατά κανόνα το σύστημα αυτό οδηγεί σε μη αξιοκρατικές επιλογές ενώ φαινόμενα συναλλαγής, διαφθοράς, εξαγοράς ψήφων, εκμαυλισμού συνειδήσεων νέων παιδιών είναι συνηθισμένα και γνωστά και δεν θα επιχειρήσω να τα αποδείξω. Αιώνιοι φοιτητές, άσυλο, μοναδικό σύγγραμμα, αξιολόγηση κλπ είναι πολύ σημαντικά θέματα τα οποία όμως δεν πρόκειται ποτέ να βρουν τη λύση τους μέσα σε ένα σύστημα διαβρωμένο και σαθρό.
 
Για την αποδυνάμωση της επιρροής των παρατάξεων στις πανεπιστημιακές εκλογές παρουσιάζεται ως πανάκεια η καθολική φοιτητική συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι το σύστημα αυτό είναι λίγο καλύτερο από το υπάρχον, είναι προφανέστατο ότι ούτε κατά διάνοια αποτελεί λύση του προβλήματος. Οι Πρυτανικές και οι άλλες πανεπιστημιακές εκλογές δεν είναι βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές όπου όλοι οι άνθρωποι μετά από κάποια ηλικία μπορούν να έχουν άποψη και σοβαρούς λόγους να συμμετάσχουν. Η μεγάλη πλειονότητα των παιδιών που έρχονται στο Πανεπιστήμιο δεν γνωρίζουν ούτε τα πρόσωπα, ούτε το ρόλο των Πρυτάνεων, Κοσμητόρων κλπ. Έρχονται στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσουν, να πάρουν το Πτυχίο τους και να φύγουν. Δεν έχουν κανένα λόγο από μόνα τους να πάρουν μέρος σε μια διαδικασία που τους είναι αδιάφορη. Θα πάρουν μέρος μόνο αν τους παρακινήσουν και τους πείσουν κάποιοι άλλοι. Το ρόλο αυτό φυσικά θα τον παίξουν οι οργανωμένες παρατάξεις. Θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να πείσουν τους συμφοιτητές τους να πάνε να ψηφίσουν το επιθυμητό σε αυτούς σχήμα. Προσωπικά το θεωρώ βέβαιο ότι θα γίνουμε μάρτυρες έως και εξαγοράς ψήφων. Ο φανατισμός θα είναι μεγάλος, ενώ τα γνωστά ¨τραπεζάκια¨ θα αποκτήσουν ένα πολύ αναβαθμισμένο ρόλο.
 
Η μόνη αντιμετώπιση του προβλήματος είναι με την πραγματική μείωση της φοιτητικής συμμετοχής στα εκλεκτορικά σώματα. Είναι εξαιρετικά ατυχές το γεγονός ότι χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία να γίνει αυτό με την πρόσφατη τροπολογία σχετικά με τα θέματα ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης (Ν. 3443, Άρθρο 9). Στην εποχή που κυριολεκτικά βοούσε το σύμπαν (εφημερίδες, τηλεοράσεις, μαγνητοφωνήσεις κλπ) με τις αποδείξεις συναλλαγής υποψηφίων ή υποστηρικτών τους με ηγέτες των φοιτητικών παρατάξεων, πράγμα που θα καθιστούσε και τις αντιδράσεις τους τελείως αδύναμες, η τροπολογία ρύθμιζε σχετικά δευτερεύοντα θέματα όπως ήταν ο περιορισμός της θητείας των Πρυτανικών Αρχών σε μία και η αύξηση της χρονικής της διάρκειας σε τέσσερα χρόνια. Φυσικά αυτό πέραν από το γεγονός ότι στέρησε κάποιους από τη δυνατότητα να είναι υποψήφιοι δεν έλυσε σχεδόν κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης.
 
Ο νόμος 2083 (Σουφλιά) ήταν ο μοναδικός που κινούταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Προέβλεπε μείωση της φοιτητικής συμμετοχής σε 50% από το 100% που ίσχυε με το Ν. 1268 και καθιέρωση ενιαίου ψηφοδελτίου για τους Πρυτάνεις και Αντιπρυτάνεις. Αν προσέθετε και τη μειωμένη σταυροδοσία στην εκλογή των Αντιπρυτάνεων και στη συνέχεια περαιτέρω μείωση του 50 % σε 20-30% θα ήταν το τέλειο σύστημα. Δυστυχώς ο επόμενος Υπουργός (Φατούρος), τέως Πρύτανης ο ίδιος και ως εκ τούτου γνώστης του προβλήματος, αντί να προχωρήσει σε μείωση του 50% το αύξησε σε 80%, σε μια συγκυρία μάλιστα που πρώτη δύναμη στα Πανεπιστήμια ήταν (και είναι) η ΔΑΠ ενώ ο ίδιος εκπροσωπούσε Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. (Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου). Επανέφερε επίσης και τα ξεχωριστά ψηφοδέλτια για κάθε υποψήφιο σχήμα. Η αιτιολογία ήταν βέβαια ότι οι υποψήφιοι πρέπει να συμφωνούν εκ των προτέρων στο τρόπο που θα αντιμετωπίσουν τα διάφορα προβλήματα του Πανεπιστημίου. Ακούγεται ορθό είναι όμως ανακριβέστατο. Ο κύριος λόγος για τη συμμετοχή κάποιου σε ένα υποψήφιο σχήμα είναι όχι οι ιδέες του αλλά το πόσες ψήφους μπορεί να του εξασφαλίσει. Οι μεγάλες Σχολές με τους πολλούς εκλέκτορες (ΔΕΠ και φοιτητές) είναι αυτές που δεν απουσιάζουν από κανένα σχήμα. Για παράδειγμα στο ΑΠΘ είναι αδύνατο να σχηματιστεί ένα σχήμα με αξιώσεις χωρίς να συμπεριλαμβάνει μέλος ΔΕΠ από την Ιατρική Σχολή και από την Πολυτεχνική Σχολή. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες των πλέον «ανίερων» συμμαχιών.
 
Προσωπικά θεωρώ ότι ο Υπουργός που θα καταγραφεί στη συνείδηση των περισσοτέρων ως ένας πραγματικός μεταρρυθμιστής και εκσυγχρονιστής της Παιδείας είναι αυτός που θα αντιμετωπίσει θαρραλέα το πρόβλημα της φοιτητικής συμμετοχής στα εκλεκτορικά σώματα. Θα πρέπει τα Πανεπιστήμια να αφεθούν να εκλέξουν τους καλύτερους, αυτούς που πραγματικά πονούν για την Ανώτατη Παιδεία και είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν για αυτήν και όχι αυτούς που βλέπουν τις θέσεις Διοίκησης σαν ένα σκαλοπάτι αναρρίχησής τους σε υψηλότερες κομματικές ή/και κυβερνητικές θέσεις. Θα πρέπει επίσης να επανέλθουν τα ενιαία ψηφοδέλτια. Ένα ψηφοδέλτιο με τους υποψήφιους Πρυτάνεις και ένα με τους υποψήφιους Αντιπρυτάνεις όπου η σταυροδοσία θα πρέπει να είναι μειωμένη. Ένα σταυρό στην περίπτωση εκλογής δύο Αντιπρυτάνεων και δύο σταυρούς στην περίπτωση εκλογής τριών. Με τον τρόπο αυτό θα εκλεγούν αυτοί που έχουν τη μεγαλύτερη αποδοχή στην πανεπιστημιακή κοινότητα και θα είναι κατά τεκμήριο οι καλύτεροι. Μόνον αυτοί έχουν πολλές πιθανότητες να μπορέσουν να δουλέψουν για την επίλυση και των υπόλοιπων προβλημάτων που ταλανίζουν το δημόσιο Πανεπιστήμιο.
 
 Ελπίζοντας ότι συμβάλλω στο διάλογο για την Ανώτατη Εκπαίδευση
Χρήστος Μπαμπατζιμόπουλος
Καθηγητής

*************************************************
Christos Babajimopoulos, Professor
Director of Laboratory of General and Agric. Hydraulics 
and Land Reclamation
Faculty of Agriculture
Aristotle University of Thessaloniki

——-
Προσωπικές απόψεις για το προσχέδιο νόμου για τα ΑΕΙ
Δημήτριος Χατζηνικολάου, Επίκ. Καθηγητής Οικονομικών του Παν/μίου Ιωαννίνων

1. Το πρόβλημα σήμερα στα ΑΕΙ δεν είναι τόσο ότι ο ισχύων νόμος είναι ανεπαρκής ή κακός όσο ότι δεν εφαρμόζεται. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν πρόκειται να εξυπηρετηθούν κάποιες σκοπιμότητες, όπως π.χ. να εκλεγεί κάποιος «ημέτερος» που δεν έχει τα απαραίτητα ουσιαστικά προσόντα ή να μην εκλεγεί κάποιος «αντιφρονών» που έχει όλα τα απαραίτητα προσόντα. Σ’ αυτή την περίπτωση, «στήνονται» εκλεκτορικά και τριμελείς εισηγητικές επιτροπές, καθυστερούν αδικαιολόγητα οι κρίσεις, δεν υπάρχει απαρτία σε τρεις συνεχόμενες συγκλήσεις του εκλεκτορικού σώματος κ.λπ. Όποιος δε τολμήσει να καταγγείλει αυτές τις παρανομίες βρίσκεται στο στόχαστρο των παρανομούντων, οι οποίοι είναι καλώς δικτυωμένοι, και διώκεται απηνώς. Επομένως, ο νέος νόμος θα πρέπει να πατάσσει αποτελεσματικά τη διαφθορά στα ΑΕΙ. Μόνο τότε θα έχει νόημα η εισαγωγή του. Για παράδειγμα, όταν υπάρχει μία τεκμηριωμένη καταγγελία, το ΥΠΕΠΘ θα πρέπει να παραπέμπει στον Εισαγγελέα για έρευνα των καταγγελλομένων, χωρίς να χρειάζονται αποδείξεις ότι οι παρανομούντες ενήργησαν από δόλο. Να αρκεί το γεγονός ότι παραβιάσθηκε ο νόμος.

2. Η αξιολόγηση των μεμονωμένων μελών ΔΕΠ, αλλά και των ακαδημαϊκών τμημάτων ως σύνολα, είναι απαραίτητο να θεσμοθετηθεί. Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ο τρόπος της αξιολογήσεως. Να μην ανατεθεί στους προϊσταμένους, όπως π.χ. στους προέδρους των τμημάτων, οι οποίοι συχνά έχουν λιγώτερα προσόντα από τους υφισταμένους των και ακόμη συχνότερα άλλους συμπαθούν και άλλους αντιπαθούν. Η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο θα έχουν προηγουμένως εισαχθεί αντικειμενικά κριτήρια, όπως π.χ. οι σειρές κατατάξεως των επιστημονικών περιοδικών κάθε κλάδου, όπως αυτές έχουν δημοσιευθεί διεθνώς.

3. Άρθρο 13, παρ. 3. Ο θεσμός της τριμελούς εξεταστικής επιτροπής για τους φοιτητές που αποτυγχάνουν σ’ ένα μάθημα τουλάχιστον τρεις φορές θα ήταν καλός μόνο για τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις μεροληψίας εκ μέρους του εξεταστή. Αυτό θα πρέπει να αναφερθεί στο νομοσχέδιο. Αν περάσει έτσι όπως είναι τώρα, η διαφθορά στα ΑΕΙ θα πολλαπλασιασθεί! Υπάρχουν μαθήματα όπου πολλοί φοιτητές αποτυγχάνουν πάνω από τρεις φορές. Λοιπόν, θα πρέπει να συσταθούν δεκάδες τριμελείς εξεταστικές επιτροπές; Και αν οι τελευταίες περάσουν πολλούς από αυτούς τους φοιτητές, δεν καταρρακώνεται έτσι το κύρος του κυρίως εξεταστή; Ή μήπως αμφιβάλλει κανείς ότι η συγκρότηση των εν λόγω επιτροπών και το αποτέλεσμα που θα παράγουν συχνά θα σχετίζεται με το «ποιός είναι» ο συγκεκριμένος φοιτητής και όχι με το τί γνωρίζει;

4. Άρθρο 20, παράγραφος 6: «Για την εκλογή λαμβάνεται υπόψη μόνο το επιστημονικό έργο που είναι δημοσιευμένο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων. . . Μεταγενέστερο έργο δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκλογή». Το δημοσιευμένο ερευνητικό έργο ενός υποψηφίου μέλους ΔΕΠ, και μάλιστα το πλέον πρόσφατο, είναι ένας πολύ καλός δείκτης για τη διαμόρφωση προσδοκίας της μελλοντικής του επιστημονικής εξελίξεως. Όταν αυτό αγνοείται, μόνο και μόνο επειδή δημοσιεύθηκε μετά την υποβολή της υποψηφιότητας, τότε, εξ ορισμού, η προσδοκία δεν είναι ορθολογική. Θα εξυπηρετεί δε τα μέγιστα την αναξιοκρατία στα ΑΕΙ. Διότι έχει παρατηρηθεί ότι, συχνά, οι πρόεδροι τμημάτων που δεν ευνοούν ένα υποψήφιο καθυστερούν επί ένα και πλέον έτος την κρίση της θέσεως. Έτσι, ένας υποψήφιος με πρόσφατο δημοσιευμένο ερευνητικό έργο δεν θα κρίνεται ορθολογικά, ακόμη και αν το εν λόγω έργο έχει δημοσιευθεί σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά.
5. Άρθρο 21, παρ. 2. Όχι μόνο δοκιμαστικό μάθημα, αλλά και σεμινάριο θα πρέπει να υποχρεούται να δώσει ο υποψήφιος, όπου να παρουσιάζει δική του πρόσφατη έρευνα. Διότι είναι δυνατό ακόμη και ένας τελείως ακατάλληλος για μέλος ΔΕΠ να κάνει καλό μάθημα, αν προετοιμασθεί αρκετά.

6. Άρθρο 23, παρ. 4. Ο ισχύων νόμος προβλέπει αυστηρές ποινές για τους εκλέκτορες που δεν εμφανίζονται στα εκλεκτορικά. Παρά ταύτα, σε επαρχιακά πανεπιστήμια, η μη εμφάνιση εξωτερικών εκλεκτόρων είναι ο κανόνας! Έτσι, όταν ο πρόεδρος του τμήματος δεν ευνοεί ένα υποψήφιο, η θέση συχνά καταλήγει άγονη, επειδή τα κανονίζει έτσι ώστε να μην υπάρχει απαρτία τρεις φορές! Επομένως, ο νέος νόμος θα πρέπει οπωσδήποτε να τιμωρεί αυστηρά τους μη προσερχομένους εκλέκτορες. Ωστόσο, για ευνοήτους λόγους, ουδείς τους καταγγέλλει! Συνεπώς, εξυπηρετείται και πάλι η αναξιοκρατία. Η προτεινόμενη γι αυτούς ποινή, να μη μπορούν δηλαδή ν’ αποτελέσουν μέλη εκλεκτορικού για ένα χρόνο, νομίζω ότι μόνο προβλήματα θα δημιουργήσει, όπως καθυστερήσεις, αντικαταστάσεις, ακυρώσεις εκλογών κ.λπ. Πώς ένα μέλος ΔΕΠ Χ του Παν/μίου Ιωαννίνων θα γνωρίζει ότι ο δυνητικός εκλέκτορας Υ του Παν/μίου Αθηνών είναι τιμωρημένος, ώστε να μην τον προτείνει κατά τη συγκρότηση ενός εκλεκτορικού;

7. Άρθρο 15, παρ. 2β: «Φοιτήτριες και φοιτητές που έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο αριθμό εξαμήνων που απαιτούνται για τη λήψη του πτυχίου … δικαιούνται να συμμετέχουν σε όλες τις εξεταστικές περιόδους». Για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, πρέπει να εξετάζονται όλα τα μαθήματα σε κάθε περίοδο! Το δικαίωμα του φοιτητή να εξετάζεται πολλές φορές σ’ ένα μάθημα μέχρι να το περάσει έχει δημιουργήσει ανεύθυνους φοιτητές και, κατά τη γνώμη μου, είναι η ρίζα πολλών άλλων κακών στο Ελληνικό Παν/μιο.

8. Άρθρο 15, παρ. 4. Η υποχρεωτική διαίρεση των φοιτητών σε τάξεις των 80 κατ’ ανώτατο όριο θα είχε νόημα αν η παρακολούθηση ήταν υποχρεωτική ή αν οι κτιριακοί χώροι δεν επαρκούσαν για να χωρέσουν όσους παρακολουθούν. Όταν το μάθημα το χρωστούν 400 φοιτητές, αλλά παρακολουθούν 50, τότε προς τί η διαίρεση;

9. Άρθρο 22, παρ. 4α. Για ποιό λόγο ένας επίκουρος καθηγητής που μόλις μονιμοποιήθηκε και που έχει ήδη επιτελέσει σημαντικό έργο να περιμένει δύο έτη πριν υποβάλλει υποψηφιότητα για αναπληρωτής; Τα γνωστά κυκλώματα στήνουν εκλεκτορικά και εκλέγουν εξω-πανεπιστημιακούς με μηδαμινό ή και ανύπαρκτο επιστημονικό έργο απ’ ευθείας σε υψηλές βαθμίδες!!! Για ποιό λόγο να καθυστερεί η εξέλιξη ενός επίκουρου καθηγητή όταν αυτός πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις;

10. Άρθρο 8, παρ. 1. Στις πρυτανικές εκλογές, οι συντελεστές βαρύτητας για τα σύνολα (i) (μέλη ΔΕΠ) και (iii) (υπόλοιπο προσωπικό του παν/μίου) θα πρέπει να είναι μεγαλύτεροι, ενώ ο συντελεστής για το σύνολο (ii) (φοιτητές) θα πρέπει να είναι μικρότερος. Διότι, πρώτον, οι φοιτητές έχουν πολύ λιγώτερη πληροφόρηση σε σχέση με τα σύνολα (i) και (iii)· δεύτερον, η εκλογή του Α ή του Β πρυτάνεως επηρεάζει πολύ λιγώτερο την ευημερία τους απ’ ό,τι επηρεάζει την ευημερία των ατόμων των συνόλων (i) και (iii)· και τρίτον, τα κριτήρια των φοιτητών δεν είναι συνήθως σωστά και γι αυτό έχει παρατηρηθεί να κατευθύνονται από τα πολιτικά κόμματα.

11. Όταν λέμε ή γράφουμε τη λέξη «φοιτητές», εννοούμε ασφαλώς «φοιτητές και φοιτήτριες» ή «φοιτήτριες και φοιτητές». Προς τί η χρήση μόνο του τελευταίου; Ας σημειωθεί δε ότι υπάρχουν και ορθογραφικά λάθη στο προσχέδιο, όπως π.χ. «έχει απωλέσει» (αντί του «έχει απολέσει»), «πληρεί» (αντί του πληροί) κ.λπ. (βλ. Άρθρο 13).

——
ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ – Γ’ ΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Όνομα : Γιάννης Μυριτζής
 Διεύθυνση : Τμήμα Επιστημών της Θάλασσας Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λόφος Πανεπιστημίου Μυτιλήνη 81100 
Θέμα : Τέσσερεις προσθήκες στο προσχέδιο
Πρόταση : Ποσοστό συμμετοχής φοιτητών στις εκλογές Πρυτάνεων
Τριμελείς εξεταστικές επιτροπές
Εκλογή μελών ΔΕΠ 
Ο θεσμός των βοηθών

Η γενική αίσθηση των συνάδελφων με τους οποίους μίλησα είναι ότι το προσχέδιο είναι άτολμο και απλώς συμπληρώνει διατάξεις του νόμου του 1982 του οποίου τη φιλοσοφία σέβεται στο ακέραιο. Όμως δεν θα πρέπει να υπονομεύσουμε την προσπάθεια αναμόρφωσης του πανεπιστημίου και τα θετικά στοιχεία του προσχεδίου με άλλοθι ότι είναι άτολμο. Προσωπικά θα προτιμούσα μια ριζική αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης και μια συζήτηση επί προτάσεων που βρίσκονται στο

http://www.sci.ccny.cuny.edu/~themis/greekuniversityreform/ProsxedioGiaRizikaNeoNomoPlaisio.pdf

Ένας ριζικός νέος νόμος πλαίσιο δεν φαίνεται να είναι στις προθέσεις του Υπουργείου και προκειμένου να ονειρευόμαστε απλώς, ας περιορισθούμε με ρεαλισμό στην πρόταση της κυρίας Υπουργού. Προσυπογράφω όμως τα όσα εισαγωγικά αναφέρονται στο σχέδιο του κυρίου Λαζαρίδη και κυρίως ότι «η κυβέρνηση δεν πρέπει να κλείσει το θέμα μετά την ψήφιση του νέου νόμου και να διακηρύξει ότι έκανε μεταρρύθμιση. Αντιθέτως ο διάλογος πρέπει να συνεχισθεί προς την κατεύθυνση μιας εκ βάθρων ανανέωσης του πανεπιστημιακού μας συστήματος».

Θα αναφερθώ σε τέσσερα σημεία του προσχεδίου και θα προτείνω σχετικές τροποποιήσεις. Το τέταρτο είναι κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο.

1. Το ποσοστό συμμετοχής των φοιτητών στην εκλογή Πρυτάνεων και προέδρων τμημάτων πρέπει να περιορισθεί σε ένα συμβολικό 10%. Το 80% συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία και γελοιοποιεί την «δημοκρατικότητα» μας. Κατά τον κύριο Γρυσπολάκη (βλ. Φόρουμ) η δεύτερη χώρα σε ποσοστό είναι η Πορτογαλία με 23%.

2. Στο άρθρο 13 καθορίζονται τριμελείς εξεταστικές επιτροπές. Αναφέρεται στο 3α ότι «η φοιτήτρια ή ο φοιτητής δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεση του αρχικού εξεταστή από την τριμελή εξεταστική επιτροπή». Υπογραμμίζω τη λέξη εξεταστή για να δείξω ότι ο συντάκτης του εδαφίου αυτού μπερδεύει την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου με κάτι άλλο. Η ύλη ενός μαθήματος μαθηματικών δεν περιέχεται σε γραπτά κείμενα, ούτε σε κάποια ιστοσελίδα, είναι ότι διδάχθηκε στον πίνακα. Κατά συνέπεια, είναι πλήρως γνωστή μόνο στον διδάσκοντα και σε όσους παρακολούθησαν ανελλιπώς. Τα βιβλία ή οι σημειώσεις είναι απλά βοηθήματα. Επί ποίας ύλης λοιπόν μπορεί να γίνει εξέταση φοιτητή από εξωτερικά μέλη ΔΕΠ; Επειδή προφανής πρόθεση του νομοθέτη είναι να προφυλάξει τον φοιτητή από μεροληπτική αντιμετώπιση ενός μέλους ΔΕΠ, προτείνω να δίνεται η δυνατότητα εξέτασης του φοιτητή ή της φοιτήτριας από τον ίδιο διδάσκοντα παρουσία δύο μελών ΔΕΠ που έχουν την ιδιότητα του παρατηρητή. Η βαθμολόγηση μπορεί επίσης να γίνεται παρουσία των δύο παρατηρητών.

3. Η ποιοτική αναβάθμιση του πανεπιστημίου είναι δύσκολο να επιτευχθεί μόνο με διοικητικά μέτρα. Πρέπει και οι πανεπιστημιακοί να αρθούν στο υψος των περιστάσεων. Ένα διοικητικό μέτρο όμως που συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση είναι το ακόλουθο. Κάτοχος ελληνικού διδακτορικού να μην πρωτοεκλέγεται ως μέλος ΔΕΠ στο Τμήμα (ή τη Σχολή;) όπου πήρε το διδακτορικό του. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω για τα ευεργετικά αποτελέσματα ενός τέτοιου μέτρου.

4. Στο Ελληνικό πανεπιστήμιο φοιτούν άνθρωποι χωρίς φυσική παρουσία στους χώρους του πανεπιστημίου και είναι κοινωνικά αποδεκτό να ονομάζεται κάποιος τελειόφοιτος, ενώ χρωστάει μαθήματα πρώτου έτους. Ο ίδιος άνθρωπος σε ένα Βρετανικό πανεπιστήμιο θα έπαιρνε το πτυχίο του στον προβλεπόμενο χρόνο. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των αιωνίων φοιτητών με διοικητικά μέτρα, πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί οι ίδιοι άνθρωποι που σέρνονται στο Ελληνικό πανεπιστήμιο, προκόβουν στο περιβάλλον ενός Αγγλικού πανεπιστημίου. Η απάντηση είναι απλή. Στο Αγγλικό πανεπιστήμιο ο φοιτητής παραδίνει ασκήσεις σε τακτά διαστήματα, αυτές διορθώνονται από βοηθούς, επιστρέφονται και σχολιάζονται σε ειδικά φροντιστήρια. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο φοιτητής εργάζεται στο διάστημα ολόκληρου του εξαμήνου και όχι μόνο στην περίοδο των εξετάσεων. Στο Ελληνικό πανεπιστήμιο ζητούμε από το φοιτητή να κάνει το ίδιο πράγμα, αλλά από μόνος του και χωρίς υποχρέωση, πράγμα που απαιτεί από τους νέους μας μεγάλα αποθέματα αυτοπειθαρχίας. Η αποτυχία λοιπόν του πανεπιστημιακού μας συστήματος οφείλεται στο ότι οι φοιτητές μας δεν έχουν την συνεχή παρακολούθηση και τα εβδομαδιαία φροντιστήρια. Προτείνω λοιπόν την στελέχωση των Τμημάτων με βοηθούς, κάτι σαν ΕΤΕΠ με ειδικά προσόντα, πχ διδακτορικό. (Σε Τμήματα που αυτό είναι εφικτό, έργο βοηθού μπορεί να ανατίθεται επ’αμοιβή σε μεταπτυχιακούς φοιτητές). Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι βοηθοί έχουν ως αποκλειστική απασχόληση την διόρθωση ασκήσεων και την διενέργεια φροντιστηρίων σε ομάδες φοιτητών. Ο αριθμός των βοηθών και το μέγεθος των ομάδων εξαρτάται από το Τμήμα και από τη φύση του μαθήματος. Επί παραδείγματι, για ένα μάθημα Απειροστικού Λογισμού σε 100 πρωτοετείς, απαιτούνται δυο βοηθοί για φροντιστήρια σε δεκαπενταμελείς ομάδες. Οίκοθεν νοείται ότι η συμμετοχή στα φροντιστήρια θα είναι υποχρεωτική.

Γιάννης Μυριτζής
Επίκουρος καθηγητής
Τμήμα Επιστημών της Θάλασσας
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

—–

Θεσσαλονίκη 17/10/2006

Προβλήματα από την φιλοξενία των πανεπιστημιακών κλινικών, μονάδων και εργαστηρίων σε νοσοκομεία του ΕΣΥ, με παράδειγμα την Θεσσαλονίκη

Περίληψη

Η συνύπαρξη πανεπιστημιακών κλινικών και εργαστηρίων με τις ανάλογες του ΕΣΥ και η υπαγωγή τους ως προς μεν το κλινικό έργο στην διοίκηση του ΕΣΥ (Υπ. Υγείας), ως προς δε το διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό έργο στην διοίκηση του Πανεπιστημίου (Υπ. Παιδείας) προκάλεσε και προκαλεί δυσλειτουργίες και στα δύο συστήματα, συγκρούσεις, διχασμούς και εν τέλει ανεπαρκή ανταπόκριση στους διαφορετικούς στόχους των δύο συστημάτων, που συνυπάρχουν αναγκαστικά εδώ και 23 χρόνια με ευθύνη την κυβερνητική ατολμία για μια ουσιώδη, ορθολογική και γενναία μεταρρύθμιση, με γνώμονα τις σύγχρονες και διαρκώς εξελισσόμενες ανάγκες για παροχή υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευση και έρευνα.
Στην διατήρηση αυτής της μοναδικής στην Ευρώπη στρέβλωσης συμβάλλουν και οι συνήθως κομματικά ελεγχόμενες συντεχνίες των δυο συστημάτων, που αντιδρούν σε κάθε απόπειρα καινοτομίας και ορθολογισμού ενώ ενδιαφέρονται μόνο για την διαφύλαξη των “κεκτημένων’’, αδιαφορώντας για την αναβάθμιση του ΕΣΥ και των Ιατρικών σχολών της χώρας.
Το πρόβλημα επιτείνεται από την αντιφατική νομοθεσία, τις αποτυχημένες άστοχες και άτολμες απόπειρες μεταρρύθμισης που αναιρούνταν στην πράξη από την μη εφαρμογή και εύστοχων ακόμα νόμων.
Εκ των πραγμάτων τόσο οι στόχοι, όσο και οι απαιτούμενες υποδομές για την αποδοτική λειτουργία των πανεπιστημιακών κλινικών και εργαστηρίων και εν γένει των Ιατρικών σχολών δεν ήταν δυνατόν να υφίστανται στο ΕΣΥ που έχει διαφορετικό προορισμό, σχεδιασμό και υποδομές.
Η καταστροφική επιλογή της συνύπαρξης αυτής, που αποβαίνει εις βάρος της αποστολής και των δύο συστημάτων καθώς και της κοινωνίας, υπαγορεύτηκε από συγκυριακούς παράγοντες, οικονομική στενότητα, πολιτική υστεροβουλία, ελλιπή γνώση στα θέματα της παιδείας και της υγείας και το χαμηλών προσόντων ανθρώπινο δυναμικό σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.
Με παράδειγμα την Θεσσαλονίκη, των 4 τριτοβάθμιων, των 4 δευτεροβάθμιων και των 3 ειδικών νοσοκομείων, του μεγαλύτερου πανεπιστήμιου στην ΝΑ Ευρώπη, της μεγάλης Ιατρικής Σχολής με 513 μέλη ΔΕΠ και τις κλινικές, τις μονάδες και τα περισσότερα εργαστήριά της να ‘’φιλοξενούνται’’ σε 7 διαφορετικά γενικά ή ειδικά νοσοκομεία του ΕΣΥ, γίνεται μια προσπάθεια αποτίμησης των προβλημάτων και αναδρομής για το τι έχει γίνει από τα εμπλεκόμενα υπουργεία.
Τέλος διατυπώνονται ορισμένες προτάσεις για την επίλυση των χρονιζουσών στρεβλώσεων αυτής της αδόκιμης και αντιπαραγωγικής συνύπαρξης δυο συστημάτων, που καλούνται να καλύψουν διαφορετικούς στόχους, αλλά εξαναγκάζονται να συνυπάρχουν υπό την ίδια στέγη, διότι το αναμενόμενο πολιτικό όφελος αξιολογούνταν διαχρονικά από τους εμπνευστές αυτής της στρέβλωσης, ως ιδιαίτερα σημαντικό, πάντα στο πλαίσιο της ισχυροποίησης του κομματικού κράτους, ως προϋπόθεσης για την διατήρηση ή ανακατάληψη της εξουσίας.

Ανάπτυξη

Η Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ. έχει 18 εργαστήρια, 3 μονάδες και 52 κλινικές, όπου εργάζονται με την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού, όπως αυτό ορίζεται από το Σύνταγμα, 513 μέλη ΔΕΠ .
Μόνον τα 15 εργαστήρια που αφορούν τις βασικές επιστήμες και την προκλινική εκπαίδευση των φοιτητών εδρεύουν σε αυτήν και διοικούνται από τα θεσμικά πανεπιστημιακά όργανα. Στα εργαστήρια ανήκουν 113 μέλη ΔΕΠ καθώς και το υπόλοιπο πανεπιστημιακό προσωπικό (ΕΤΕΠ, ΕΔΙΠ κλπ).
Τα υπόλοιπα 400 μέλη ΔΕΠ ανήκουν στις υπόλοιπες μονάδες(3), εργαστήρια(5) και κλινικές(52), που φιλοξενούνται σε 7 διαφορετικά νοσοκομεία του ΕΣΥ και υπόκεινται πέραν της διοίκησης του Α.Π.Θ. για την πανεπιστημιακή του ιδιότητα και σε αμφιλεγόμενες, ως προς την συνταγματικότητά τους, διατάξεις του ΕΣΥ, ενώ πληρώνονται μισθό από το Υπουργείο Παιδείας, πληρώνονται κατά αποκοπή κλινικό επίδομα και εφημερίες από το Υπουργείο Υγείας, ενώ θεσμικά το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο είναι πανεπιστημιακό, υπεισέρχονται και τα πειθαρχικά όργανα του ΕΣΥ στην κλινική και εργαστηριακή δραστηριότητα των μελών ΔΕΠ, γεγονός που δεν έχει πλήρως διασαφηνιστεί, αν είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα και την γενική νομοθεσία που διέπει τα Α.Ε.Ι. της χώρας, καθώς εκκρεμούν σχετικές υποθέσεις στο ΣτΕ και υπάρχουν ήδη αποφάσεις περί του αντιθέτου.
Ενώ λοιπόν αυτά τα μέλη ΔΕΠ τελούν υπό διοικητική σύγχυση αρμοδιοτήτων, για το υπόλοιπο πανεπιστημιακό προσωπικό που εργάζεται μαζί τους στα νοσοκομεία του ΕΣΥ την αρμοδιότητα έχει μόνο το Πανεπιστήμιο.
Από την άλλη πλευρά στις πανεπιστημιακές αυτές μονάδες που φιλοξενούνται σε 7 νοσοκομεία του ΕΣΥ υπηρετούν και γιατροί του ΕΣΥ, πού υπόκεινται στην διοικητική δικαιοδοσία των οργάνων του, αλλά έχουν διευθυντή μέλος ΔΕΠ και η δραστηριότητά τους επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τον σχεδιασμό και τις επιλογές του Πανεπιστημίου, οι στόχοι και ο προορισμός του οποίου διαφέρουν από αυτά του ΕΣΥ. Η συνύπαρξη αυτή στην ίδια μονάδα γιατρών διαφορετικών αρμοδιοτήτων και προορισμού πέραν του ότι αποτελεί μια στρέβλωση που παράγει δυσλειτουργία δεν είναι σύννομη.
Έτσι, στις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1397/1983 «Εθνικό Σύστημα Υγείας» (Α΄ 143), όπως ήδη ισχύουν μετά την συμπλήρωση της παρ. 1 του άρθρου αυτού με την παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 1579/1985 (Α΄ 217), προβλέπεται η εξής προϋπόθεση για την εγκατάσταση και την λειτουργία πανεπιστημιακών εργαστηρίων και κλινικών στα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας: >.
Ο νομοθέτης ορίζει στην παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, ότι «η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση»
Έτσι βάσει του άρθρου 16 του Συντάγματος που διασφαλίζει την ελευθερία της διδασκαλίας και του ερευνητικού έργου του επιστημονικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, προβλέπουν την ίδρυση και εγκατάσταση στα νοσηλευτικά ιδρύματα πανεπιστημιακών κλινικών, που στελεχώνονται αποκλειστικά από πανεπιστημιακό προσωπικό και των οποίων η διεύθυνση ανατίθεται σε Διευθυντή που εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση της ακαδημαϊκής μονάδας στην οποία ανήκει η κλινική. Εξάλλου, η διοίκηση και οργάνωση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων ανήκει κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις περί Εθνικού Συστήματος Υγείας, στο Διοικητικό Συμβούλιο του νοσοκομείου ύστερα από γνώμη της επιστημονικής επιτροπής αυτού, στα πλαίσια δε αυτά είναι δυνατή η οργάνωση και των κλινικών του Ε.Σ.Υ., δεν μπορεί όμως το Διοικητικό Συμβούλιο του νοσοκομείου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του να αφαιρέσει ή να περιορίσει το έργο (κλινικό-διδακτικό-ερευνητικό) πανεπιστημιακού ιατρού, το οποίο του έχει αρμοδίως ανατεθεί από πανεπιστημιακά όργανα στα πλαίσια λειτουργίας της πανεπιστημιακής μονάδας 268(ΣτΕ 4/1999).
Κατά συνέπεια, οσάκις ανακύπτει ζήτημα νομιμότητας ως προς τη στελέχωση πανεπιστημιακής κλινικής, το Διοικητικό Συμβούλιο του νοσοκομείου δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει την παύση ή τον περιορισμό του έργου του Διευθυντή ή άλλου μέλους του πανεπιστημιακού προσωπικού που υπηρετεί στην κλινική, αλλά οφείλει να απευθύνεται προς τούτο στα αρμόδια πανεπιστημιακά όργανα, οπότε, σε περίπτωση αρνήσεως των τελευταίων να επιληφθούν, μπορεί να στραφεί κατ’ αυτών με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία ένδικα μέσα.
Όσο αυτονόητα και αν φαίνονται τα ανωτέρω ασκήθηκε, με πρόσχημα την εφαρμογή του νόμου 2889/2001 και δη της αμφιλεγόμενης διάταξης για την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος από αυτούς, μπαράζ διώξεων κατά πολλών πανεπιστημιακών γιατρών όλων των βαθμίδων που είχε σαν αποτέλεσμα μια πολύμηνη απεργία με επιπτώσεις στην εκπαίδευση, έρευνα, διοίκηση ΑΕΙ, αλλά και στην ομαλή παροχή υπηρεσιών στα τριτοβάθμια νοσοκομεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, όπου ιστορικά και διαχρονικά ο ρόλος των πανεπιστημιακών κλινικών, εργαστηρίων και ειδικών μονάδων είναι τουλάχιστον κομβικός και καθοριστικός.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών, πού ήταν προδιαγεγραμμένο από την στρέβλωση που ουσιαστικά προγραμματίστηκε με τούς Ν. 1397/1983, 1579/1985, 2606/1998 και μπορούσε με κλίμα συναίνεσης να αποσοβηθεί με τον Ν. 2889/2001 και να επιλυθεί αυτή η χρόνια στρέβλωση συνύπαρξης ανόμοιων θεσμών, ανθρώπων, στόχων κλπ δεν έγινε, διότι η πολιτική επιλογή του Υπ. Υγείας για μετωπική σύγκρουση με τους πανεπιστημιακούς δημόσιους λειτουργούς, σε βάναυση αντίθεση με το πνεύμα του Συντάγματος, αλλά και την ουσία του ρόλου των ΑΕΙ στην κοινωνία, υπερίσχυσε του πνεύματος μετριοπάθειας και συναίνεσης των εμπλεκομένων, που απαιτείται για να επιλυθούν χρονίζοντα κοινωνικά προβλήματα. Παράλληλα επιχειρήθηκε σε επίπεδο λόγων και έργων με μία υφέρπουσα φασίζουσα νοοτροπία η κατάλυση της ισονομίας μεταξύ των μελών ΔΕΠ της ακαδημαϊκής κοινότητας, και η κατάλυση των ακαδημαϊκών ελευθεριών των πανεπιστημιακών γιατρών καθιστώντας τους έρμαια στις διαθέσεις των διοικητών των ΠεΣΥ και των «managers» ή μετατρέποντας τα ιατρικά τμήματα και τον πρύτανη σε εκτελεστικά όργανα των πειθαρχικών διώξεων που θα επιβάλλουν στους πανεπιστημιακούς γιατρούς, ενοχοποιώντας εν τέλει τα μέλη ΔΕΠ έναντι της κοινωνίας για την αποτυχία του ΕΣΥ χωρίς στοιχειώδη επιχειρήματα. Η κατάληξη ήταν να ακυρωθούν στην πράξη πολλές θετικές διατάξεις του νέου νομοσχεδίου για το ΕΣΥ, ο υπουργός να αντικατασταθεί, το αναλυόμενο θέμα να συνεχίζει να είναι μετέωρο, πολλοί πανεπιστημιακοί να έχουν επιλέξει τον ιδιωτικό τομέα είτε επισήμως, είτε ανεπισήμως, οι υπηρεσίες υγείας, η εκπαίδευση και η έρευνα να μην βρίσκουν τον απαιτούμενο σύγχρονο βηματισμό, όπως αυτός καθορίζεται από το διεθνές γίγνεσθαι. Σε όλο αυτό τον κυκεώνα εντυπωσιακό ήταν ότι ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός παιδείας παρέμεινε από απαθής παρατηρητής έως συνεργός εις βάρος των μελών ΔΕΠ, εκχωρώντας αρμοδιότητες στον υπουργό υγείας ανεχόμενος και παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων, απλά γιατί ο τελευταίος στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία είχε σαφώς μεγαλύτερη πολιτική-κομματική ισχύ.

Προτάσεις

Σε πρώτη φάση να καταργηθούν όλες εκείνες οι διατάξεις νόμων για το ΕΣΥ που βρίσκονται σε αναντιστοιχία με την ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τις σχέσεις και τους όρους εργασίας των πανεπιστημιακών γιατρών, μεταβάλλει τον σαφή χαρακτήρα του δημόσιου λειτουργού που απορρέει ως επιταγή από το Σύνταγμα της χώρας μας (άρθρο 16 παρ. 1, 5 και 6), η οποία και τους διαφοροποιεί από τους δημόσιους υπαλλήλους. Είναι γνωστό ότι κατά τις διατάξεις αυτές, το διδακτικό προσωπικό των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας, και είναι ελεύθερο να αναπτύσσει ακώλυτα τις πάσης φύσεως διδακτικές, ερευνητικές και εν γένει επιστημονικές του δραστηριότητες, σύμφωνα με το οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών και τον εν γένει επιστημονικό προγραμματισμό του οικείου Τμήματος, κατ’ άρθρο 8, 9, 23 παρ. 1 και 24 του ν. 1268/1982, άρθρ 4 και κεφ. ΣΤ ν. 2083/1992, το π.δ. 159/1984 και τα άρθρα 1 και 2 παρ. 1-7 του ν. 2530/1997, καθώς και τον ατομικό του προγραμματισμό δραστηριοτήτων κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 ν. 2530/1997, κατ’ ενάσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η οποία νοείται, κατά το Σύνταγμα, τόσο ως οργανωμένη δραστηριότητα, όσο και ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού δασκάλου. Οι διατάξεις δε αυτές, παραμένουν σε ισχύ και μετά τον ν. 2889/2001, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 13 παρ. 14 του νόμου αυτού.
Δημιουργία αυτοτελών πανεπιστημιακών νοσοκομείων και αποφασιστική βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής και των συνθηκών νοσηλείας και ιατρικής εκπαίδευσης και έρευνας. Τα πανεπιστημιακά αυτά νοσοκομεία θα παράγουν πλήρες νοσηλευτικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις αναγκαίες κλινικές και όλα τα εργαστήρια (ρουτίνας και ερευνητικά). Η εκπαίδευση των φοιτητών θα είναι συνεχής και στον ίδιο χώρο (για την πλήρη αξιοποίηση του χρόνου διδασκαλίας στο ίδιο νοσηλευτήριο, χωρίς τις συνεχείς χρονοβόρες μετακινήσεις). Τα νυν «Πανεπιστημιακά» νοσοκομεία μόνο κατ όνομα είναι πανεπιστημιακά, ίσως και να προκαλούν σύγχυση με τον τίτλο τους, αφού τίθενται υπό τον ακόμη ασφυκτικότερο έλεγχο εξωπανεπιστημιακών οργάνων.
Διοίκηση με στελέχη που ανήκουν στην πανεπιστημιακή κοινότητα, εκλεγμένα από πανεπιστημιακά όργανα.
Προϋπολογισμός που εγκρίνεται από το Υπουργείο Παιδείας και εγγράφεται στον Γενικό Προϋπολογισμό. Παρακολουθεί υποχρεωτικά τις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα διάγνωσης και θεραπείας (χρήση των πλέον σύγχρονων μέσων διάγνωσης και εφαρμογή των πλέον αποτελεσματικών μέσων θεραπείας).
Ερευνητικό και Εκπαιδευτικό Κέντρο εφαρμογής των νεότερων δεδομένων της ιατρικής επιστήμης και αξιοποίηση των ικανοτήτων των μελών ΔΕΠ Ιατρικής. Ερευνητικό κέντρο βασικής και κλινικο-εργαστηριακής έρευνας, με άμεση επιχορήγηση από το Υπουργείο Έρευνας και Τεχνολογίας. Το Κέντρο συμβάλλεται με διάφορους φορείς και φαρμακευτικές εταιρείες υπό τον πλήρη έλεγχο της Επιτροπής Ερευνών του πανεπιστημίου, ώστε η έρευνα να αποβεί και προσοδοφόρα πηγή δραστηριότητας.
Άμεση ενσωμάτωση όλων των νέων κατευθύνσεων της Ιατρικής στο πρόγραμμα σπουδών, με παράλληλη ανάπτυξη και διασύνδεση των προκλινικών μαθημάτων με την ιατρική πράξη, όπως απαιτείται από ένα σύγχρονο πρόγραμμα. Ανάπτυξη κλινικών και μονάδων με νέα γνωστικά αντικείμενα με στόχο τη μεταβολή της σχέσης φοιτητών προς κλίνες από 3-4 φοιτητές/ κλίνη σε 1 φοιτητής /2 κλίνες. Έτσι ο φοιτητής θα ασχοληθεί με 60 προσωπικούς του ασθενείς (ικανός αριθμός για την κλινική του εμπειρία).
Αξιοποίηση του χρόνου των φοιτητών με την παρακολούθηση όλων των κλινικών και προκλινικών μαθημάτων τους στον ίδιο χώρο. Σύγχρονα εποπτικά μέσα (χρήση ηλεκτρονικών μέσων παρουσίασης και προβολής μαθημάτων, όπως και η ανάπτυξη εκπαίδευσης και με την τηλε-ιατρική). Η εξασφάλιση πρόσβασης στις σύγχρονες βιβλιοθήκες του εξωτερικού (ταχεία εξασφάλιση πλήρων άρθρων και περιλήψεων).
Αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, διότι δεν είναι αποδεκτή η σημερινή κατάσταση με την ανυπαρξία προσωπικών χώρων των μελών ΔΕΠ, καθότι τα νοσοκομεία του ΕΣΥ δεν σχεδιάστηκαν με γνώμονα τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της έρευνας. Εφαρμογή (αυστηρή) πλήρους νοσοκομειακού ωραρίου (αντίστοιχη ενός αξιοπρεπούς μισθού με ταυτόχρονη διασφάλιση της επιπρόσθετης αμοιβής των πανεπιστημιακών που να αντιστοιχεί στην προσφορά ιατρικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου).
Αξιοπρεπείς συνθήκες νοσηλείας σε ανθρώπινο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. 
Ο ασθενής να βλέπει άμεσα τη διαφορά στις συνθήκες νοσηλείας (π.χ. ταχεία εξυπηρέτηση, αριθμητική και ποιοτική παρουσία νοσηλευτικού προσωπικού και αξιοπρεπής ξενοδοχειακός εξοπλισμός). Αυτό διασφαλίζεται με
α. σημαντική αύξηση του αριθμού των νοσηλευτικών στελεχών και άμεση κάλυψη των κενών θέσεων.
β. αξιοπρεπή αμοιβή των υπηρεσιών τους, πηγή αντίστασης στις προτάσεις του ιδιωτικού τομέα.
γ. μείωση της γραμματειακής-γραφειοκρατικής εργασίας των νοσηλευτών και πριμοδότηση στην ανάπτυξη της προσφοράς πραγματικών νοσηλευτικών υπηρεσιών και περιποίησης των ασθενών.
δ. ανάδειξη του σεβασμού της προσωπικότητας των ασθενών, προσφορά ανάλογων θαλάμων, χώρων και μέσων καθαριότητας που να αναδεικνύουν αυτόν το σεβασμό. 
ε. προσφορά ανθρώπινου ξενοδοχειακού εξοπλισμού (οι σημερινές συνθήκες χωρίς μαξιλάρια, μαξιλαροθήκες, σεντόνια, συχνά με βρώμικες κουβέρτες δεν αρμόζουν σε ανθρώπους).
στ. άμεση μηχανοργάνωση όλων των τμημάτων (κλινικής- εργαστηρίου -φαρμακείου, νοσηλείας).
ζ. ταχύτερη διακίνηση ασθενών και μείωση του μέσου χρόνου νοσηλείας.
Η εφαρμογή ανάλογης οργάνωσης πανεπιστημιακών νοσοκομείων (3 στη Θεσσαλονίκη, 3 στην Αθήνα) θα μπορούσε θαυμάσια να αποτελέσει ένα πιλοτικό σχέδιο προσφοράς πραγματικής τριτοβάθμιας περίθαλψης.
Επίλογος

Διαχρονικά όλα όσα αναφέρθηκαν διακυβεύονται, εδώ και σχεδόν 25 χρόνια, από νόμους και μεθοδεύσεις οργάνων που καταλύουν την αυτοτέλεια των πανεπιστημιακών κλινικών, εργαστηρίων και μονάδων. Η πανεπιστημιακή ιατρική και συνολικά η επιστήμη δεν προόδευσε σε κανένα κράτος, όταν παραβιάζονταν οι ακαδημαϊκές ελευθερίες. Πέραν τούτου τίποτε από όλα τα ανωτέρω δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς γενναία επιχορήγηση, που όμως η εκάστοτε κυβέρνηση δεν την τολμά, αφού το όφελος από ένα τέτοιο εγχείρημα είναι πολύπλευρο μεν, μακροπρόθεσμο δε και δεν μπορεί να εξαργυρωθεί βραχυπρόθεσμα, δηλαδή στις επόμενες εκλογές. Το γεγονός αυτό καθιστά επιτακτική την ανάγκη εθνικής διακομματικής συνεννόησης στην θέμα αυτό, όπου διαπλέκεται ο σχεδιασμός παιδείας και υγείας, ώστε να πάψουν οι νευραλγικοί αυτοί τομείς της κοινωνίας να κακοποιούνται ευρισκόμενοι στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ως προσοδοφόρα εργαλεία ενός κοινωνικά ανεύθυνου και επικίνδυνου λαϊκισμού.

Βιβλιογραφία
Υπόμνημα του Συλλόγου ΔΕΠ Ιατρικής Θεσσαλονίκης. 20 Ιουνίου 2000 (Πρόεδρος Γ. Σ. Καπρίνης, Γ. Γραμματέας Π.Ε. Μακρής)
Δελτίο Τύπου του Συλλόγου ΔΕΠ Ιατρικής του Α.Π.Θ. 12/1/2001

Γενική Συνέλευση του Ιατρικού Τμήματος. Αριθμ. Πρωτ. 3642. 12/01/2001

Γενική Συνέλευση Συλλόγου ΔΕΠ Ιατρικής του Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη 13 Μαΐου 2001

Γενική Συνέλευση Συλλόγου ΔΕΠ Ιατρικής του Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη 26 Απριλίου 2001(Πρόεδρος Γ. Σ. Καπρίνης, Γ. Γραμματέας Π.Ε. Μακρής)

Σύλλογος ΔΕΠ Ιατρικής Α.Π.Θ. Κεντρικές Θέσεις Διεκδίκησης. Οκτώβριος 2001
Ψήφισμα. Σύλλογοι ΔΕΠ Ιατρικής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Αλεξανδρούπολης, Ιωαννίνων, Ηρακλείου, Λάρισας. Αθήνα 2 Νοεμβρίου 2001
Ανακοίνωση του Συλλόγου ΔΕΠ της Ιατρικής του Παν. Αθηνών 22/12/2001(Πρόεδρος Α.Αστερίου, Γ.Γ. Ν. Γ.Σταυριανέας)
Ανοικτή επιστολή τού ΔΣ τής Ενώσεως μελών ΔΕΠ Ιατρικής Αθηνών προς τον υπουργό Παιδείας. 17/6/2002
Προσχέδιο πρότασης για αλλαγές του θεσμικού πλαισίου για την δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ΥΠΕΠΘ. Αθήνα, 1/8/2006

Dr. med. Κίμων Νανάσης
Αν. Καθηγητής Νευροχειρουργικής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.
Θάλητος 21, 54645 Θεσσαλονίκη
Τηλ. 694457865, Email: HYPERLINK «mailto:nanassis@in.gr» nanassis@in.gr, Fax 2310322227

——

16/10/2006

Η ευθύνη των πρυτανικών αρχών για τις καταλήψεις στα ΑΕΙ

Οι καταλήψεις στα ΑΕΙ βρίσκονται προ των πυλών και μαζί τους η περαιτέρω ποιοτική υποβάθμιση των ελληνικών Πανεπιστημίων. Το ερώτημα είναι γιατί οι πρυτανικές αρχές δεν μεριμνούν για την προστασία των θεσμών και του νόμου. Αρκεί να υπενθυμίσουν εγκαίρως στα Τμήματα ότι (α) για να κατοχυρωθεί ένα μάθημα πρέπει να διδαχθεί τουλάχιστον δέκα εβδομάδες και (β) η εξεταστική περίοδος δεν μεταφέρεται. Θα εκλείψουν έτσι δύο παγκόσμιες πρωτοτυπίες: η κατοχύρωση, με (πραγματικές ή εικονικές) αναπληρώσεις και παράταση του εξαμήνου, μαθημάτων που δεν κάλυψαν το ως άνω όριο και η λεγόμενη διπλή εξεταστική περίοδος. Εφόσον αυτό είναι γνωστό εκ των προτέρων, είναι βέβαιο ότι το φαινόμενο των καταλήψεων, μπορεί να μην εκλείψει, αλλά τουλάχιστον θα περιοριστεί σημαντικά.
Όμως, κατά κανόνα οι πρυτανικές αρχές δεν επιτελούν το καθήκον τους ως θεματοφύλακες της νομιμότητας: ούτε υπενθυμίζουν τον νόμο εκ των προτέρων ούτε ελέγχουν εκ των υστέρων. Συνεπώς, φέρουν την κύρια ευθύνη για τη διδακτική, ερευνητική και διοικητική αποδιοργάνωση που προκαλούν οι καταλήψεις. Η αιτία για τη συμπεριφορά τους εντοπίζεται σε μια απίστευτη θεσμική πρωτοτυπία. Εννοώ ότι στο εκλεκτορικό σώμα που εκλέγει τις πρυτανικές αρχές συμμετέχουν κομματικοί εκπρόσωποι των φοιτητών σε ποσοστό 80% του αριθμού των καθηγητών—που στην πράξη μετατρέπεται σε 100%, λόγω της απουσίας καθηγητών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους φοιτητές, δεν αναπληρώνονται. Οι σχέσεις εξάρτησης που δημιουργούν τα παραπάνω ποσοστά είναι αυταπόδεικτες και αποτελούν την κύρια αιτία της κακοδαιμονίας στα ΑΕΙ. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ επιχειρεί να διορθώσει τα πράγματα με την εισαγωγή της καθολικής ψηφοφορίας των φοιτητών, αλλά, εφόσον δεν μειώνονται τα τερατώδη ποσοστά της φοιτητικής συμμετοχής, είναι σαν να επιχειρεί κανείς να αντιμετωπίσει τον καρκίνο με ασπιρίνη. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση επιδίωκε αρχικά να μειώσει τα ποσοστά στα διεθνώς ισχύοντα, αλλά ειπώθηκε δημόσια ότι η φοιτητική παράταξη της Ν. Δημοκρατίας πρόβαλε βέτο. Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς τί σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με την ανώτατη εκπαίδευση και γενικότερα με την παιδεία, που οι πανεπιστημιακοί έχουν αποστολή να υπηρετούν. Η απάντηση είναι «καμία», και ας μην απορεί κανείς που οι προαναφερθείσες επιλογές, νόμιμες ή παράνομες, προκαλούν θυμηδία στη διεθνή εκπαιδευτική κοινότητα.

PAGE 2

ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ – ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ – 741 00 ΡΕΘΥΜΝΟ
τηλ.: +30 2831 077260 fax: +30 2831 077311 email: paschalis@phl.uoc.gr

——-

Προς μία νέα πολιτική για την παιδεία
με βάση ένα πλήρως αποκεντρωμένο σύστημα

Η πρόταση διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1976 και δημοσιεύτηκε στον Οικονομικό Ταχυδρόμο στις 16 Αυγούστου 1984 [ΑΦ 33(1580)]. Έχει σταλεί κατά καιρούς σε όλες σχεδόν τις ηγεσίες που πέρασαν από το Υπουργείο Παιδείας. Ο συγγραφέας δεν έτυχε καμιάς απαντήσεως μέχρι σήμερα.

Η παιδεία είναι μία συνεχής διαδικασία που αρχίζει και σταματά ακολουθώντας τον κύκλο ζωής του κάθε ατόμου. Είναι όμως ταυτόχρονα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις της κοινωνίας γιατί το γενικό επίπεδο παιδείας μιας κοινωνίας είναι καθοριστικός παράγοντας για το βαθμό εξέλιξης της.

Η «Πολιτική για την παιδεία» είναι οι αρχές και οι στόχοι που βάζουμε ενώ η στρατηγική για να υλοποιήσουμε τις αρχές και να επιτύχουμε τους στόχους, είναι το εκπαιδευτικό σύστημα που πρέπει να προδιαγράψουμε και να εφαρμόσουμε.

Η εκπαίδευση σε ένα σωστά σχεδιασμένο σύστημα πρέπει να ανταποκρίνεται στους τρεις παρακάτω βασικούς ρόλους:

η εκπαίδευση ως κοινωνική παροχή του κράτους προς τον πολίτη (προσχολική, πρωτοβάθμια, μηχανισμοί συνεχιζόμενης, ειδική)
η εκπαίδευση ως μέσο απόκτησης ειδικότερων επαγγελματικών εφοδίων και ικανοτήτων (δευτεροβάθμια γενική και επαγγελματική, τριτοβάθμια, ακαδημαϊκή και επαγγελματική, συνεχιζόμενη επαγγελματική ή αναπροσανατολισμός.
η εκπαίδευση ως μέσο για την προαγωγή των γνώσεων και για την ανάπτυξη της καινοτομίας -δηλαδή της ικανότητας σύλληψης και εφαρμογής νέων λύσεων σε νέα προβλήματα ή προβλήματα που υπάρχουν – (δραστηριότητες δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην έρευνα και την τεχνολογία).

Μέχρι σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν έχει να επιδείξει αξιόλογα επιτεύγματα. Σε κάθε μία από τις τρεις αυτές λειτουργίες απέτυχε να δημιουργήσει αποτελέσματα που να συγκρίνονται με επιτεύγματα άλλων χωρών. Η ύπαρξη του σημερινού επιπέδου γνώσεων στο γενικό πληθυσμό δεν μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα γιατί είναι ουσιαστικά αδύνατο να ταυτισθεί με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και γιατί συμβάλλει σε αυτό μία σειρά από άλλους παράγοντες δημιουργίας γνώσεων. Η εξάλειψη του αναλφαβητισμού είναι καθαρά τεχνικό θέμα που δεν έχει σχέση με την ποιότητα της εκπαίδευσης και δεν αποτελεί σήμερα στοιχείο σύγκρισης με οποιαδήποτε προηγμένη κοινωνία. Η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού επιστημόνων, που συγκρίνονται κατευθείαν με αντίστοιχους του εξωτερικού δεν οφείλεται σε καμιά περίπτωση στο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά πρέπει να αναζητήσει κανείς την εξήγηση στο δυναμισμό του έμψυχου υλικού που διαθέτει η χώρα .

Άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων απόκτησαν μεταπτυχιακούς τίτλους στο εξωτερικό, μια και δεν υπάρχουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οργανωμένες μεταπτυχιακές σπουδές στην χώρα.

Ο λόγος της αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης δημιουργικής κοινωνίας, είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ μέχρι σήμερα ρεαλιστική πολιτική για την παιδεία. Η πολιτική των διαφόρων κυβερνήσεων στον τομέα αυτό βρισκόταν πάντοτε σε αντίθεση με τις προσδοκίες του λαού και ιδιαίτερα της νεολαίας.

Εξυπηρετούσε μία σαφή βούληση περιορισμού της ανάπτυξης πρωτοβουλιών από οποιαδήποτε πλευρά για την συμμετοχή στη δημιουργία πολιτών με κριτικό πνεύμα και εφοδιασμένων με ουσιαστικά προσόντα. Η έκφραση της πολιτικής αυτής καταδεικνύεται με την ύπαρξη του ασφυκτικά συγκεντρωτικού συστήματος διαχείρισης των πραγμάτων της παιδείας με επιτελικό όργανο το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Το Υπουργείο αυτό λειτούργησε κυρίως ανασταλτικά στο να συμβάλλει η χώρα στην εξέλιξη που επιτεύχθηκε στην παιδεία και την εκπαίδευση διεθνώς και φυσικά δεν μπόρεσε να επωφεληθεί σχεδόν καθόλου. Αν δεχτούμε ότι η πολιτική βούληση ήταν γενικά θετική προς την ουσιαστική εξέλιξη, τότε θα πρέπει να αναζητήσει κανείς τους λόγους της αποτυχίας στη επιβολή μέσα στο Υπουργείο των απόψεων των φορέων που εκφράζουν συγκεκριμένες αντιλήψεις περί θρησκείας και ιδιαίτερα λατρείας.

Στα επόμενα θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε μία νέα πολιτική για την παιδεία με στόχους να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες που υπάρχουν στη χώρα, με βάση την διαμόρφωση ευκαιριών συμμετοχής στις διαδικασίες και την ελευθερία της σκέψης και της διακίνησης των ιδεών.


Η πολιτική για την παιδεία – αρχές 

Η πολιτική για την παιδεία πρέπει να βασιστεί στις παρακάτω αρχές:
 
Α. 1. Αρχή ίσων ευκαιριών

ελάχιστη υποχρεωτική εκπαίδευση
Ύπαρξη συστήματος παροχής δυνατοτήτων σε όλες τις βαθμίδες (προσχολική, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια, μεταπτυχιακές), ιδίας ποιότητας για όλους
παροχή ευκαιριών συνεχούς εκπαίδευσης
εξάλειψη του φραγμού της οικονομικής αδυναμίας του ατόμου ή της οικογένειας για τη συμμετοχή του στους κύκλους εκπαίδευσης


Α. 2. Αρχή της συμμετοχής στην εκπαίδευση με βάση τις ατομικές ικανότητες

οι ατομικές ικανότητες είναι το μόνο κριτήριο για τη συνεχή διαδρομή στην εκπαιδευτική διαδικασία.
η δημοκρατική διαδικασία απαιτεί ωστόσο την ελεύθερη διαμόρφωση μηχανισμού παροχής ευκαιριών εκπαίδευσης σε κάθε κύκλο εκπαίδευσης, εφόσον το άτομο το επιθυμεί και είναι διατεθειμένο να καταβάλλει τις δαπάνες συμμετοχής του σ’ αυτές.
το κάθε άτομο πρέπει να εκπαιδευτεί και να χρησιμοποιηθεί ανάλογα με τις ικανότητες του


Α. 3. Αρχή της δυνατότητας συμμετοχής στη διαμόρφωση και λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.

δημιουργία κατάλληλων δομών οργάνωσης και λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος που επιτρέπει την ελεύθερη συμμετοχή των ενδιαφερομένων πολιτών.

Θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε παραδείγματα που δείχνουν τη μερική έστω αποδοχή των αρχών αυτών στο παρελθόν τόσο από την κεντρική εξουσία (Κυβέρνηση), όσο και από τους ενδιαφερομένους πολίτες:
A.3.1
– υποχρεωτική εννεαετής βασική εκπαίδευση
– ίδρυση μεταπτυχιακών σπουδών με βάση το νέο νόμο 1268/82 για τα ΑΕΙ
– προγράμματα του ΟΑΕΔ, χρήση μαζικών μέσων ενημέρωσης για συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία
– δωρεάν (;) παιδεία σε όλες τις βαθμίδες

Α.3.2
– σύστημα εξετάσεων σε πανελλήνια κλίμακα σε συνδυασμό με την δωρεάν παιδεία
ύπαρξη ιδιωτικής εκπαίδευσης και άλλων συναφών δραστηριοτήτων (φροντιστήρια π.χ.)
- παροχή συναλλάγματος για εκπαίδευση στο εξωτερικό για εκείνους που το επιθυμούν ή δεν συγκεντρώνουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ένταξη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

Α.3.3
– μαθητικές κοινότητες και φοιτητικός συνδικαλισμός
– δραστηριότητες συλλόγων γονέων και κηδεμόνων
– δραστηριότητες μη κερδοσκοπικών οργανισμών σε εκπαιδευτικά θέματα

Ο σχεδιασμός μιας νέας πολιτικής για την παιδεία πρέπει να λάβει υπόψη τους τις τρεις λειτουργίες που εξυπηρετεί η εκπαίδευση και να στηρίζει τις αποφάσεις που θα ληφθούν πάνω στην ανάλυση των παρακάτω θεμάτων:

ο κεντρικός ρόλος της Κυβέρνησης – Υπουργείου
το περιεχόμενο των σπουδών
τα μέσα που απαιτούνται (οικονομικά, τεχνικά, ανθρώπινο δυναμικό)
τη σύνδεση με τις άλλες δραστηριότητες (οικονομικές, πολιτιστικές, κοινωνικές).
την ανάγκη χρησιμοποίησης της συνεχούς εκπαίδευσης για την πληροφόρηση, ενημέρωση και εκπαίδευση του πληθυσμού, πέρα από τους καθιερωμένους κύκλους εκπαίδευσης.
την αρμονική σύνδεση της πολιτικής για την παιδεία με άλλες όπως αποκέντρωσης, επιστημών, δημιουργίας αποδεκτού-ικανοποιητικού περιβάλλοντος κ.α.

Κατά την άποψή μας τα θέματα που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και πρέπει να εξεταστούν με εξαιρετική προσοχή είναι το πρώτο – ο κεντρικός ρόλος της Κυβέρνησης – και το τελευταίο – η αρμονική σύνδεση της εκπαιδευτικής πολιτικής με τις πολιτικές σε άλλους τομείς με τους οποίους σχετίζεται άμεσα. Τα υπόλοιπα θέματα εμφανίζουν περισσότερο τεχνικό χαρακτήρα και έχουν αντιμετωπισθεί μερικά στο παρελθόν, με μικρή ή μεγαλύτερη επιτυχία. Υπάρχει σημαντική γνώση γύρω από τα θέματα αυτά τόσο στη χώρα όσο και στο εξωτερικό και σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση και εξέλιξη τους. Ακόμα τα θέματα αυτά, όπως είναι φανερό, βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη, παρά τις βασικές αρχές που τα διέπουν. Κατά συνέπεια η στρατηγική πρέπει να σχεδιαστεί με γνώμονα τη δημιουργία εύκαμπτων μηχανισμών που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν κάθε νέα κατάσταση, που είναι δυνατόν να εμφανισθεί.

Το θέμα της αρμονικής συνύπαρξης της εκπαιδευτικής πολιτικής με τις άλλες πολιτικές είναι θέμα που αφορά τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και το μοντέλο ανάπτυξης που θέλει να ακολουθήσει και κατά συνέπεια θα θεωρήσουμε ότι έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη.

Έτσι, έχοντας υπόψη τα παραπάνω, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε και να δικαιολογήσουμε την μορφή που πρέπει να πάρει το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Στο νέο σύστημα ο ρόλος του Κράτους είναι σημαντικά διάφορος από το ρόλο που έπαιξε μέχρι σήμερα το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Η όλη επικράτεια διαιρείται σε εκπαιδευτικές περιφέρειες που σχετίζονται άμεσα ή συμπίπτουν με το σχήμα αποκέντρωσης που προτείνει η Κυβέρνηση. Στο σχήμα αυτό βέβαια θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν την οριστικοποίησή του και οι διαστάσεις της πολιτιστικής κληρονομιάς, οι επιδόσεις των κατοίκων και γενικά το ανθρωπογενές περιβάλλον των περιοχών που θα ενταχθούν σε κάθε περιφέρεια, χωρίς να παραβλέπεται ότι οι οικονομικοί παράγοντες είναι μία από τις σημαντικότερες μεταβλητές. Κάθε αποκεντρωμένη περιοχή θα ενθαρρυνθεί να δημιουργήσει ένα μηχανισμό κατάλληλο γι’ αυτή που θα ασχολείται με το εκπαιδευτικό σχεδιασμό και υλοποίηση του προγράμματος της και θα έχει πλήρη ελευθερία στη διαμόρφωση δικών της σχημάτων, επιδιώξεων, μέσων υλοποίησης και διοχέτευσης χρηματικών πόρων στο εκπαιδευτικό της σύστημα.

Με βάση τις αρχές αυτές είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε τον εξής ειδικό ρόλο του Υπουργείου Παιδείας:

Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να επεμβαίνει για να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη διακίνηση των πολιτών μέσα στην επικράτεια (και μέσα στις χώρες μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ). Κατά συνέπεια θα πρέπει να σχεδιάζει το ελάχιστο περιεχόμενο σπουδών σε κάθε βαθμίδα που πρέπει να παρέχει κάθε περιοχή και να εξασφαλίζει τα απαραίτητα οικονομικά και τεχνικά μέσα σε περίπτωση αδυναμίας κάλυψης από αυτή.

Πρέπει να διατηρεί σύστημα μακροχρόνιων προβλέψεων γιά τις ανάγκες της χώρας σε ανθρώπινο εξειδικευμένο δυναμικό και του γενικού επιπέδου εκπαίδευσης και ικανοτήτων του πληθυσμού και να επεμβαίνει για τη βελτίωσή του.
Πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει ειδική επιστημονική βοήθεια σε κάθε περιοχή που τη ζητεί, για να βελτιώσει το εκπαιδευτικό της σύστημα.
Πρέπει να διατηρεί σύστημα διακίνησης πληροφοριών κάθε είδους, ανάμεσα στις περιοχές και μεταξύ των περιοχών και του εξωτερικού, ανεξάρτητα από τυχόν ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών και συνδέσεων κάθε μιας περιφέρειας ξεχωριστά.
Πρέπει να διατηρεί μηχανισμό χρηματοδότησης νέων δραστηριοτήτων που προτείνονται από τις περιοχές μέχρι τουλάχιστον μιας κατάστασης σταθερότητας και αυτοχρηματοδότησης και ένταξης στο ελάχιστο πρόγραμμα κάθε επιτυχημένης προσπάθειας.
Πρέπει να διαθέτει μηχανισμό και τα μέσα για την εφαρμογή νέων προγραμμάτων-δραστηριοτήτων που υπαγορεύονται από τις πολιτικές σε άλλους τομείς.
Πρέπει να διαθέτει μηχανισμό παροχής οικονομικών ενισχύσεων για σπουδές στο εσωτερικό και εξωτερικό.
Πρέπει να δημιουργεί και να χρηματοδοτεί κάθε άλλη σχετική με την παιδεία δραστηριότητα, σε εθνικό επίπεδο.

Υπάρχουν ασφαλώς δυσκολίες στην εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος και χρειάζεται σημαντικός χρόνος μελέτης και δαπάνες για την αναλυτική περιγραφή του. Ωστόσο θα θέλαμε να απαριθμήσουμε τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει ένα τέτοιο σύστημα σε σχέση μ’ αυτό που υπάρχει.

Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο που το διακρίνει είναι ότι δεν καταστρέφει τίποτε από τα τυχόν θετικά στοιχεία του παλιού, όπως η αυξανόμενη συμμετοχή των πολιτών στον προβληματισμό για το περιεχόμενο και την ποιότητα της εκπαίδευσης. Αντίθετα θεμελιώνει για πρώτη φορά την επίσημη ή και νόμιμη συμμετοχή των ενδιαφερομένων πολιτών σε κάθε επίπεδο σχεδιασμού και λειτουργίας του συστήματος εκπαίδευσης και μάλιστα με μεγάλη πολλαπλότητα (όσες και οι περιοχές).

Η συμμετοχή αυτή είναι ενδεδειγμένη και μάλιστα συνδέεται με μία σειρά αξίες που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό, όπως είναι η άμιλλα, η αγάπη για τον τόπο καταγωγής, η ανάγκη προβολής ιδεών και έργων, το πνεύμα καινοτομίας. Ένα τέτοιο σύστημα εμφανίζεται να έχει μεγάλες πιθανότητες να προκαλέσει την άμιλλα για παροχή καλύτερων εκπαιδευτικών ευκαιριών και περιεχομένου εκπαίδευσης ανάμεσα στις περιοχές και να ενδυναμώσει τις ειδικές τάσεις και ροπές του πνεύματος κάθε περιοχής, όπως εμφανίζεται και σήμερα σε μικρό βαθμό για συγκεκριμένες περιοχές.

Δεύτερο στοιχείο είναι η ανάγκη δημιουργίας στελεχών σε όλους τους τομείς του κυκλώματος εκπαίδευσης, πράγμα που θα εξασφαλιστεί με την ενεργό συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων στις διαδικασίες.

Τρίτο στοιχείο είναι ότι μπορεί να αποσυνδεθεί προς το παρόν από το υπόλοιπο σχήμα αποκέντρωσης, να προχωρήσει με το δικό του ρυθμό και μάλιστα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο, ενώ πιστεύεται ότι θα συμβάλλει αποφασιστικά στην επιτυχή εφαρμογή της συνολικής πολιτικής για την αποκέντρωση.

Τέταρτο στοιχείο είναι η σχεδόν εξ’ ορισμού σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα των περιοχών, μια και θα ενεργοποιηθεί σημαντικός αριθμός ατόμων με πολλαπλές λειτουργίες και ενδιαφέροντα στο επίπεδο της περιοχής.

Τα άτομα με επιτυχημένη σταδιοδρομία ασφαλώς θα επιδιώξουν συμμετοχή στον κεντρικό σχεδιασμό και έτσι θα περάσουμε από την έλλειψη στελεχών στη σχετική αφθονία, πράγμα που επιδιώκεται γενικά σε όλες τις χώρες που συμμερίζονται παρόμοιες αρχές λειτουργίας του κράτους, με τις δικές μας.
Σχεδιασμός και εφαρμογή
Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος απαιτεί να συζητηθούν διεξοδικά και να τεθούν σε νέες βάσεις μια σειρά από άλλα θέματα που σχετίζονται άμεσα. Θα θέλαμε να αναφερθούμε ειδικότερα στο θέμα του βαθμού συμμετοχής του κράτους στις δαπάνες για την παιδεία.

Σε ένα τελείως αποκεντρωμένο σύστημα ο βαθμός συμμετοχής της τοπικής κυβέρνησης στις δαπάνες για την παιδεία παίρνεται στο επίπεδο αυτό, ενώ η κεντρική κυβέρνηση διατηρεί κάποιους μηχανισμούς οικονομικής παρέμβασης για τη διευκόλυνση καταστάσεων και την επίλυση προβλημάτων που εμφανίζονται και για τα οποία ζητείται η παρέμβαση αυτή.

Η πλήρης αποκέντρωση στην Ελλάδά με τους ρυθμούς που εξελίσσονται τα σχετικά προγράμματα, είναι δυνατό να απαιτήσει για ην επίτευξή της, χρονικό διάστημα της τάξης των δέκα περίπου χρόνων, κάτω από ομαλές εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες. Κατά συνέπεια είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί κεντρικά η κατάλληλη πολιτική που αφορά την οικονομική συμμετοχή στις δαπάνες για την παιδεία καθενός από τους πρωταγωνιστές δηλ. Της κεντρικής κυβέρνησης, των τοπικών κυβερνήσεων (περιφέρειες), των κοινωνικών μονάδων (κοινότητες, δήμοι), των φορέων που είναι τυχόν επιφορτισμένοι για τη λειτουργία των εκπαιδευτικών μονάδων και φυσικά των φυσικών προσώπων που χρησιμοποιούν τις προσφερόμενες υπηρεσίες (εκπαιδευόμενοι).

Η δωρεάν εκπαίδευση, μία αναγκαιότητα που αναγνωρίστηκε από όλους, όταν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, ωστόσο δεν έχει μελετηθεί σχεδόν καθόλου για τη θέση που έχει στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, ενώ υπάρχουν μία σειρά ρυθμίσεις που έχουν επιφέρει την ολοκληρωτική σχεδόν καταστρατήγησή της. Η άποψή μας είνα ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στις απαιτήσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να αντικατασταθεί με ένα δικαιότερο σύστημα που θα εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ώστε να λειτουργήσει στα πλαίσια των βασικών ρόλων που περιγράψαμε στην εισαγωγή.

Θεωρούμε ότι το πρόβλημα αυτό πρέπει να συζητηθεί ταυτόχρονα με τα θέματα φορολογικής πολιτικής της κυβέρνησης (κεντρικής, τοπικής) και τη δημιουργία εκτεταμένου μηχανισμού χρηματοδότησης υπό όρους κάθε ατόμου που ενδιαφέρεται να διευρύνει τον πνευματικό του ορίζοντα (π.χ. σύστημα παροχής οικονομικής ενίσχυσης σπουδαστών στο ύψος που θα κάλυπτε τις δαπάνες διαβίωσης σε όλη τη διάρκεια σπουδών, κάτω από προϋποθέσεις).
Σχετικά με το θέμα εισαγωγής του νέου συστήματος επειδή υπάρχει πολύ μικρή ή σχεδόν καθόλου εμπειρία σε σχέση με τα θέματα αποκέντρωσης και ειδικότερα στον εκπαιδευτικό τομέα, ίσως είναι περισσότερο ενδεδειγμένο να εφαρμοστούν οι αρχές αυτές πειραματικά σε μία περιοχή. Οι υπόλοιπες θα ακολουθήσουν σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την έναρξη του πειράματος και εφόσον έχει προηγηθεί η δημιουργία μηχανισμού εκπαίδευσης στελεχών για τις άλλες περιοχές.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΩΤΗΡΊΟΥ

ΔΣ / Νέα πολιτική για την Εκπαίδευση (1998 νέα γραφή, αρχική 1976) Σελίδα PAGE 1 από NUMPAGES 3

——

Καθηγητής Σωτήρης Χτούρης
Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνιολογίας

Μυτιλήνη 2.10.2006

Αναγκαίες αλλαγές στον Νόμο Πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση

Μια Πρόταση στα Πλαίσια του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία

Περιεχόμενα Πρότασης:
-Εκλογή και Εξέλιξη μελών ΔΕΠ. Εκλεκτορικά- Βαθμίδες μελών ΔΕΠ
-Σχολές και Τμήματα- Υποδομές
-Πρόγραμμα Σπουδών
-Διοίκηση- Λειτουργίες Γραμματείας
-Υποδομές και Υπηρεσίας
-Αυτοδιοίκηση και εσωτερικός έλεγχος των ΑΕΙ – Μη κρατικά ΑΕΙ.

Αγαπητοί Φίλοι και Συνάδελφοι,

Θεωρώ ότι κάθε προσπάθεια διαλόγου και ανταλλαγής ιδεών μπορεί να προσφέρει, ακόμα κι όταν τα ‘μέτωπα’ είναι σταθερά και τα πρόσωπα και οι φορείς αγκιστρωμένοι στις θέσεις τους. Θα προσπαθήσω εδώ να κωδικοποιήσω μια σειρά ιδέες και θέσεις που συμπυκνώνουν την πολυετή μου εμπειρία σε ελληνικά ΑΕΙ, χωρίς να ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι στοιχειοθετούν πλήρεις και συνολικές προτάσεις για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της Τριτοβάθμιας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Ελπίζω έτσι να συμβάλω στον ουσιαστικό διάλογο για τα προβλήματα που πραγματικά υπονομεύουν το κύρος του δημόσιου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα σήμερα. Τα σχόλια που παρουσιάζονται σε αυτό το κείμενο πάνω στο Προσχέδιο Πρότασης του ΥΠΕΠΘ, αναφέρονται στο κείμενο που είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του Υπουργείου και αποτελούν προσωπικές μου απόψεις και θέσεις.
Ένα πρώτο θέμα είναι ότι η ύπαρξη ή μη «ιδιωτικής» ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς και οι αντιδράσεις σε αυτήν, έχουν μονοπωλήσει ατυχώς μέχρι σήμερα την όλη συζήτηση, ενώ άλλα επείγοντα προβλήματα, σχετικά με την εξασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, την καλή λειτουργία των ΑΕΙ και τη συμμετοχή των φοιτητών σε αυτήν, έχουν περάσει στο περιθώριο.
Ένα δεύτερο σημαντικό θέμα είναι ότι η ελληνική κοινωνία, όπως εκφράζεται μέσα από την πολιτική, τους εκπαιδευτικούς, αλλά και από τους νυν και μελλοντικούς φοιτητές, δεν έχει αποφασίσει κατά πόσο είναι αναγκαία μια νέα φυσιογνωμία της ανώτατης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (α.π.ε.).
Επειδή η προτεινόμενη μεταρρύθμιση έχει μετατραπεί τελικά σε πεδίο ανταγωνισμών μεταξύ ομάδων και συμφερόντων, πιστεύω ότι θα βοηθούσε τη συζήτηση ένας προβληματισμός, καθώς και η κατάλληλη γνώση, για το ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες και το ενδιαφέρον που οδηγούν τους πολίτες στα ΑΕΙ.
Σε μια πρώτη υπόθεση εργασίας μπορούμε να κατατάξουμε τους ‘χρήστες’ της ανώτατης εκπαίδευσης σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες:
Α) Τα άτομα και τις ομάδες που συνδέουν την α.π.ε. με τα επαγγελματικά δικαιώματα και την υπάρχουσα δομή της αγοράς εργασίας.
Β) Τα άτομα που βλέπουν στην α.π.ε. μια μακροχρόνια επιστημονική διαδρομή, με απώτερο στόχο τη σύνδεσή της με ένα επάγγελμα.
Γ) Τα άτομα που ταυτίζουν την α.π.ε. με μια διαδρομή που συμβάλλει στην απόκτηση μιας γενικής παιδείας, πολιτισμικής καλλιέργειας, καθώς και στην εξασφάλιση του απαιτούμενου κοινωνικού κύρους.

Ανάμεσα στις τρεις αυτές διαδρομές εμφανίζονται συχνά γεφυρώσεις που πραγματοποιούνται σε διάφορες στιγμές του κύκλου επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του ατόμου. Παρόλα αυτά, οι τρεις αυτές καταστάσεις και διαδρομές πρέπει να είναι, κατά την άποψή μου, απόλυτα διακριτές και αναγνωρίσιμες, τουλάχιστον στα Προπτυχιακά Τμήματα των ΑΕΙ, όσον αφορά τη δομή του Προγράμματος Σπουδών, την ύπαρξη προεδρικών διαταγμάτων που διευκρινίζουν τα επαγγελματικά δικαιώματα και, τέλος, τη σχέση με επαγγελματικές ενώσεις και ευρύτερες ‘συντεχνίες’.
Το κράτος, ως ο σημαντικότερος εργοδότης στην Ελλάδα σήμερα, επηρεάζει καθοριστικά τις επιλογές των ενδιαφερομένων, μιας και προσφέρει τις περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας (σχετικά υψηλές αμοιβές, μονιμότητα, εξασφαλισμένα εργασιακά δικαιώματα κ.α). Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η επιλογή των σπουδών συνδέεται άμεσα με την προσδοκία μιας θέσης εργασίας στο δημόσιο τομέα (στρατιωτικές σχολές, σχολές αστυνομίας). Παρόλα αυτά, το κράτος είναι ένας εργοδότης χωρίς διαμορφωμένες απόψεις για το είδος και την ποιότητα της εργασίας που ζητά και με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση να επηρεάσει άμεσα και αποτελεσματικά τη φυσιογνωμία της ανώτατης εκπαίδευσης. Η προσέγγιση αυτών των δύο πλευρών γίνεται κυρίως μέσα από την εμπειρική δοκιμασία και την πρωτοβουλία διάφορων ενδιαφερομένων, οδηγώντας συχνά σε τραγελαφικά προγράμματα σπουδών, σε Πανεπιστημιακά Τμήματα χωρίς επιστημονική ταυτότητα, αλλά και χωρίς τελικά εξασφαλισμένα επαγγελματικά δικαιώματα.
Αποτέλεσμα αυτής της πολύπλοκης κατάστασης είναι και η δυσκολία διαμόρφωσης θέσεων για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Όλοι ευαγγελιζόμαστε το γενικό καλό της Ανώτατης Εκπαίδευσης (Υπουργείο Παιδείας, ΔΕΠ, οι φοιτητές των διαφόρων παρατάξεων, η ΠΟΣΔΕΠ), και τη συνδέουμε με την ανεξαρτησία της επιστήμης, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, την αξιολόγηση και τη βελτίωση των Προγραμμάτων Σπουδών κ.α. Στην πραγματικότητα, παρουσιάζουμε ένα μέρος αυτής της αλήθειας, ενώ στηρίζουμε και υπερασπιζόμαστε συγκεκριμένα και μεμονωμένα συμφέροντά μας.
Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να σκεφτούμε μια πρόταση μεταρρύθμισης που θα λαμβάνει υπόψη την ιστορία και τις δομές των διαφόρων συμφερόντων μέσα στα ΑΕΙ, αλλά ταυτόχρονα θα επιτρέπει τον δρόμο προς μια γενναία μεταρρύθμιση, που θα έχει μια μακροχρόνια επίδραση στα ΑΕΙ. Μια αποσπασματική και διστακτική νομική βελτίωση του Νόμου Πλαισίου πιθανά να λειτουργήσει αρνητικά για μια τέτοια εξέλιξη. Γι’ αυτό η πρόταση των συναδέλφων που υπογράφουν την Διακήρυξη των Πανεπιστημιακών και ζητούν την συνέχιση του διαλόγου στη βάση των προτάσεων της Επιτροπής Πρυτάνεων και των προτάσεων του Υπουργείου Παιδείας θα πρέπει να εξετάσει κι αυτό το ενδεχόμενο.
Σε μια πρώτη προσπάθεια αναζήτησης λύσης θα έπρεπε ίσως να ξεκινήσουμε το διάλογο από τη δυνατότητα που μας προσφέρει η διαμόρφωση ενιαίων Προγραμμάτων Σπουδών και Εξειδίκευσης στα πλαίσια των Πανεπιστημιακών Σχολών. Σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να υπάρχει μια δυνατότητα συνδυασμού των διαφορετικών ‘εκπαιδευτικών διαδρομών’ των εκπαιδευόμενων, όπως επίσης και συγκερασμού των συμπληρωματικών /ανταγωνιστικών συμφερόντων που δρουν μέσα στα ΑΕΙ.
Στα πλαίσια αυτού του διαλόγου θα ήθελα να αναφέρω ορισμένα πιο συγκεκριμένα θέματα που θεωρώ ότι αξίζουν να συζητηθούν:

Α/ Μέλη Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού – Εκλογή και Εξέλιξη μελών ΔΕΠ.

Τα Πανεπιστήμια και τα ΑΤΕΙ έχουν μετατραπεί σε μία αρένα ανταγωνισμών, κυρίως λόγω των προβλημάτων που δημιουργεί ένας απηρχαιωμένος και δυσλειτουργικός Νόμος Πλαίσιο. Άπειρες ώρες χάνονται από το επιστημονικό και διδακτικό έργο, οι δεσμοί και η συνεργασία μεταξύ συναδέλφων υφίστανται διαρκή επιβάρυνση, ενώ οι ‘έξυπνοι’ πάντα τα καταφέρνουν να περάσουν από το δίχτυ της αξιολόγησης και του ελέγχου. Είναι αδύνατο να αξιολογήσεις σωστά και να βελτιώσεις το επίπεδο του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού με το σημερινό σύστημα εκλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ. Από την άλλη μεριά, η οργάνωση των εκλεκτορικών εντός των Τμημάτων διατηρεί όλα τα αρνητικά στοιχεία της εξάρτησης και του αυταρχισμού, ιδιαίτερα εκεί που υπάρχουν ισχυρές συντεχνίες και ομάδες ακαδημαϊκών που επιβάλλουν με κάθε τρόπο τα συμφέροντά τους.

1. Εκλεκτορικά
Τα άρθρα 22 και 23 της πρόταση του ΥΠΕΠΘ, αποτελούν μόνο μια περιορισμένη πρόταση βελτίωσης της λειτουργίας των εκλεκτορικών σωμάτων και της συνολικής διαδικασίας εκλογής των μελών ΔΕΠ. Σε σχέση με αυτά τα σημεία είναι απαραίτητη μια ριζική αλλαγή που θα βοηθήσει στην εξάλειψη των δυσλειτουργιών των ΑΕΙ.

Πρόταση:
1.1 Τα εκλεκτορικά σώματα, ειδικότερα για τις ανώτερες βαθμίδες, θα πρέπει να συγκροτούνται από έναν εθνικό κατάλογο εκλεκτόρων, μετά από κλήρωση.
Ο κατάλογος θα πρέπει να είναι ενημερωμένος και ταξινομημένος σύμφωνα με επιστημονικές περιοχές/ πεδία (όχι ΦΕΚ), έτσι ώστε να διευκολύνεται η επιλογή των εκλεκτόρων και να εντάσσεται επίσης ικανοποιητικός αριθμός ΔΕΠ σε κάθε επιστημονική περιοχή (πεδίο).

1.2. Ο έλεγχος νομιμότητας να γίνεται από Ειδική Επιτροπή που θα αποτελείται από Καθηγητές ΑΕΙ, εξειδικευμένα στελέχη του Υπουργείου Παιδείας και Δικαστή ειδικευμένο σε θέματα ΑΕΙ.

1.3. Η εκλογή όλων των μελών ΔΕΠ να δημοσιεύεται σε ειδικό τεύχος στο οποίο θα αναφέρεται το ΦΕΚ, τα πρακτικά της εκλογής, το εκλεκτορικό σώμα και σύντομο βιογραφικό του υποψηφίου. Η δημοσίευση θα γίνεται με τη φροντίδα και με έξοδα των Πανεπιστημίων και θα διατίθεται σε κάθε ενδιαφερόμενο. Θα αποτελεί επίσης ένα μέσο παρουσίασης του προφίλ των Τμημάτων και των Σχολών των Ελληνικών ΑΕΙ.

1.4. Η εκλογή μέλους ΔΕΠ θα επιτρέπει την ανάδειξη επιλαχόντων, έτσι ώστε ή μη ανάληψη καθηκόντων, ή η εγκατάλειψη μια θέσης μετά από διάστημα δύο ετών, να επιτρέπει την άμεση κάλυψή της από πιθανά ισάξιο επιστήμονα, εφόσον έχουν υπάρξει επιλαχόντες κατά τη διαδικασία εκλογής.

2. Βαθμίδες μελών ΔΕΠ

Πρόταση:

2.1 Πρώτη Βαθμίδα: Λέκτορας ή Καθηγητής Βοηθός
Πρώτη εισαγωγική βαθμίδα είναι η θέση του Λέκτορα, με θητεία από 3-8 έτη. Στη βαθμίδα θα επιλέγονται νέοι επιστήμονες, με θητεία απευθείας από τις Σχολές και τα Τμήματα των Πανεπιστημίων. Η θέση αυτή θα είναι μια βελτιωμένη μετεξέλιξη της θέσης 407/80 και θα επιτρέπει την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού της χώρας. Θα υποστηριχθεί έτσι η πλήρης κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών των ΑΕΙ. Στη θέση αυτή θα επιλέγονται επιστήμονες σύμφωνα με το επιστημονικό τους έργο, την ερευνητική τους εμπειρία, αλλά και τη διδακτική τους ικανότητα.
Η εκλογή σε αυτήν τη θέση θα δίνει το δικαίωμα για μια ετήσια ερευνητική άδεια, μετά από τρία έτη υπηρεσίας, μέσω της οποίας, οι ενδιαφερόμενοι θα προετοιμάζονται για τη διεκδίκηση μια θέσης Αναπληρωτή Καθηγητή.
Η εκλογή σε αυτήν τη θέση θα αποτελεί κριτήριο εισόδου στη Μέση Εκπαίδευση και άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου.

2.2. Θέσεις Καθηγητή (ΔΕΠ)

Η θέση και το τίτλος του Πανεπιστημιακού Καθηγητή θα πρέπει να είναι ουσιαστικά μία και ενιαία, με μία μόνο εσωτερική διαφοροποίηση, αυτή του Καθηγητή και του Αναπληρωτή Καθηγητή. Η σημερινή κατάτμηση της ιδιότητας του Καθηγητή Πανεπιστημίου σε πέντε ουσιαστικά βαθμίδες (Λέκτορας, Επίκουρος Καθηγητής, Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής, Αναπληρωτής Καθηγητής, Καθηγητής), δημιουργεί ένα πληθωρισμό τίτλων, ενώ ταυτόχρονα εκθέτει τους νέους επιστήμονες σε μία μακρόχρονη, επίπονη και συχνά αντιπαραγωγική διαδικασία ακαδημαϊκής εξέλιξης Η εσωτερική διαφοροποίηση, εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας, θα πρέπει να αναφέρεται στη μισθολογική θέση, όπως επίσης και στην απόδοση ακαδημαϊκού κύρους στα μέλη ΔΕΠ, που έχουν επί μακρόν προσφέρει στην εκπαίδευση και την έρευνα.

Βαθμίδα Αναπληρωτή Καθηγητή: Θέση με θητεία 10 ετών

Η εκλογή στη θέση αυτή θα πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε από ανεξάρτητο εκλεκτορικό σώμα, στο οποίο θα καλούνται σε ορισμένες περιπτώσεις και εκλέκτορες από άλλες χώρες της Ε.Ε. Τα κριτήρια εκλογής θα είναι το εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο διεθνούς κύρους, όπως και δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά.
Οι αμοιβές και τα δικαιώματα της βαθμίδας αυτής θα είναι παραπλήσια με αυτά της βαθμίδας του Καθηγητή.
Η εκλογή σε αυτήν τη θέση θα αποτελεί κριτήριο εισόδου στη Μέση Εκπαίδευση και άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ενώ θα επιτρέπει επίσης τη μονιμοποίηση στην ίδια βαθμίδα, εφόσον το μέλος ΔΕΠ, δεν εκλεγεί στη βαθμίδα του Καθηγητή κι έχει σημαντικό εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο.
Στη βαθμίδα αυτή, όπως και στη βαθμίδα του Καθηγητή, θα πρέπει να δίδεται επίδομα ακαδημαϊκής αριστείας, ανάλογα με τον αριθμό των δημοσιεύσεων που θα έχει παρουσιάσει σε διεθνή και αναγνωρισμένα επιστημονικά περιοδικά.

Βαθμίδα Καθηγητή: Θέση με θητεία 20 ετών, ή μόνιμη βαθμίδα ΔΕΠ, μετά από δεκαετή θητεία στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή.

Η εκλογή στη θέση αυτή θα πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε από ανεξάρτητο εκλεκτορικό σώμα, στο οποίο θα καλούνται να συμμετέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις και εκλέκτορες από άλλες χώρες της Ε.Ε.
Κριτήρια εκλογής: Εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο διεθνούς κύρους, δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά, συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα έρευνας και αριστείας.

Κριτική Παρατήρηση:
Οι Καθηγητές των ΑΕΙ θα πρέπει να είναι πρωτοπόροι στην ανανέωση και τη βελτίωση της ποιότητας των μελών ΔΕΠ. Θα αποτελούσε πράξη ακαδημαϊκής γενναιότητας το να ζητήσουμε με πρωτοβουλία μας τον περιορισμό ή ακόμα και την άρση της μονιμότητας για όλες τις βαθμίδες ΔΕΠ των ΑΕΙ.

3. Σχολές και Τμήματα- Υποδομές

3.1. Πρόγραμμα Σπουδών

Τα Προγράμματα Σπουδών, ιδιαίτερα στο προπτυχιακό στάδιο, είναι φανερό ότι πρέπει να αναπτυχθούν στο επίπεδο των Σχολών των ΑΕΙ, έτσι ώστε να αποφεύγεται το πρόβλημα της επικάλυψης μεταξύ Τμημάτων, καθώς και να επιτρέπεται και να ενθαρρύνεται η διεπιστημονικότητα και η ωρίμανση του φοιτητή/τριας, μέχρι την επιλογή της εξειδίκευσής του (κατεύθυνση- τομέας κ.α), μετά το τέταρτο εξάμηνο σπουδών.
Τα προγράμματα σπουδών παρουσιάζουν επίσης έναν απαράδεκτα υψηλό αριθμό μαθημάτων, με αποτέλεσμα τα ελληνικά πτυχία να μην παρουσιάζουν καμία ουσιαστική αντιστοιχία και ισοδυναμία με τα ανάλογα πτυχία άλλων ευρωπαϊκών ΑΕΙ. Τα περισσότερα τμήματα των ΑΕΙ απαιτούν περισσότερα από 50 Μαθήματα για την απόκτηση του πτυχίου, με αποτέλεσμα η πανεπιστημιακή εκπαίδευση να μετατρέπεται σε μία ατέλειωτη εξεταστική διαδικασία, συχνά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Είναι φανερό ότι με κανέναν τρόπο δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε αυτό τον ‘εκπαιδευτικό πληθωρισμό’ ισχυριζόμενοι ότι θέλουμε ποιότητα σπουδών, όταν τα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής απονέμουν πτυχία με πολύ λιγότερα μαθήματα. Αυτό συμβαίνει διότι παρέχουν εκπαίδευση σε βάθος και αξιολογούν την παρουσία και τη συμμετοχή του φοιτητή στο μάθημα, τα εκπαιδευτικά εργαστήρια και την γενικότερη έρευνα.
Ακολουθώντας αυτή τη λογική τα άρθρα 15 και 16 του Προσχεδίου Πρότασης του ΥΠΕΠΘ, που αφορούν τη ‘Διάρκεια εξαμήνων και εξεταστικών περιόδων – Επιλεγόμενα μαθήματα και τη Διοργάνωση σπουδών σε ξένη γλώσσα’ θα ήταν καλό να ενταχθούν σε μία ολοκληρωμένη πρόταση για την οργάνωση του Προγράμματος Σπουδών, τόσο των προπτυχιακών όσο και των μεταπτυχιακών Σπουδών, στα Τμήματα και τις Σχολές των ΑΕΙ, κάτι που δεν φαίνεται στο Προσχέδιο Πρότασης..

3.2. Διοίκηση- Λειτουργίες Γραμματείας
Είναι φανερό ότι πολλά προβλήματα των Γραμματειών, που επιτελούν σημαντικό και συχνά επίπονο έργο, θα λυθούν με την πλήρη μηχανοργάνωση των Γραμματειών των ΑΕΙ, σε επίπεδο Σχολής. Εγγραφή φοιτητών, ανάρτηση βαθμολογίας, εκτύπωση βεβαιώσεων κλπ, είναι δυνατό να πραγματοποιούνται άνετα μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος

3.3. Υποδομές και Υπηρεσίας

α) Διαρκής σύνδεση των βιβλιοθηκών με όλους τους διεθνείς καταλόγους και ψηφιοποίηση του εκπαιδευτικού υλικού που χρησιμοποιείται από τις Σχολές και τα Πανεπιστημιακά Τμήματα.
β) Εξασφάλιση της φοιτητικής κατοικίας, τουλάχιστον για το 25% των φοιτητών κάθε σχολής. Έλεγχος της ποιότητας της φοιτητικής κατοικίας που διατίθεται στην ελεύθερη αγορά.
γ) Πλήρη κάλυψη όλων των Campus από συστήματα ασύρματης επικοινωνίας του διαδικτύου, καθώς επίσης επέκταση του δικτύου σε περιοχές με υψηλή φοιτητική πυκνότητα σε μεγάλες πόλεις ή και σε όλη την πόλη, αν είναι μικρού μεγέθους.

4 . Αυτοδιοίκηση και εσωτερικός έλεγχος των ΑΕΙ – Μη κρατικά ΑΕΙ.

Είναι φανερό ότι τα ελληνικά ΑΕΙ υποφέρουν από τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκείται από την κεντρική διοίκηση. Τα προβλήματα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστά. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι τα ΑΕΙ υποφέρουν συχνά από μια συγκεντρωτική και συχνά αδιαφανή λειτουργία των πρυτανικών αρχών. Η προώθηση της αιτούμενης αυτοδιοίκησης, χωρίς άλλες ριζικές αλλαγές στον Νόμο Πλαίσιο και στους εσωτερικούς κανονισμούς των Πανεπιστημίων, θα αυξήσει τον κίνδυνο της αδιαφάνειας.
H ουσιαστική αυτοδιοίκηση των Πανεπιστημίων, καθώς και η οικονομική τους αυτοτέλεια και αυτοδιαχείριση, στην ουσία αντιμετωπίζει σε ένα μεγάλο βαθμό και το θέμα το μη κρατικών Πανεπιστημίων. Αυτοδιοικούμενα και μη κερδοσκοπικά ΑΕΙ είναι δυνατό να δημιουργηθούν από φορείς που υπηρετούν κυρίως το δημόσιο συμφέρον με την ευρύτερή του έννοια, όπως είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ή μεγάλοι μη κερδοσκοπικοί Οργανισμοί και Ιδρύματα με σημαντική παράδοση στην έρευνα. ΟΙ φορείς αυτοί είναι χρήσιμο να δημιουργήσουν εξειδικευμένες προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές σε τομείς που δεν παρέχεται ανάλογη εκπαίδευση από τα κρατικά ΑΕΙ.
Η δημιουργία ενός σύγχρονου ενιαίου νομικού πλαισίου λειτουργίας και αξιολόγησης όλων των ΑΕΙ θα συμβάλει στην ανάπτυξη της εξειδίκευσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και όχι στην υποβάθμιση της. Η φόβοι που εκφράζονται σήμερα απέναντι στην προοπτική των μη κρατικών πανεπιστημίων καθορίζεται κυρίως από τον πραγματικό κίνδυνο που θα δημιουργήσει ο μετασχηματισμός των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών σε Ψευδο-Πανεπιστήμια. Αυτή η διαδικασία βρίσκεται όμως εδώ και αρκετές δεκαετίες σε εξέλιξη, χωρίς να έχουν αναπτυχθεί ανάλογες αντιδράσεις και αντιστάσεις.

Ειδικότερα προτείνεται:
4.1. Εξασφάλιση της άμεσης ανάπτυξης και εφαρμογής ενός σύγχρονου Οργανισμού σε όλα τα ελληνικά ΑΕΙ. Ο προτεινόμενος από το ΥΠΕΠΘ Γενικός Εσωτερικός Κανονισμός λειτουργίας των Α.Ε.Ι. θα πρέπει να καλύπτει όλα τα σημαντικά θέματα και οι εσωτερικοί κανονισμοί που θα ολοκληρωθούν αργότερα να ρυθμίζουν μόνο τα ειδικά θέματα που απορρέουν από τις επιστημονικές και τοπικές ιδιαιτερότητες τις εκάστοτε Σχολής.
4.2. Θεσμοθέτηση μιας ανεξάρτητης υπηρεσίας εσωτερικού διοικητικού και οικονομικού ελέγχου, που θα δημιουργηθεί παράλληλα με την προτεινόμενη από το ΥΠΕΠΘ μετάθεση των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα Πανεπιστήμια.
4.3. Έλεγχος των πρυτανικών αρχών και των άλλων διοικητικών αρχών, ως προς την καλή εφαρμογή του εσωτερικού κανονισμού από τους ελεγκτές της Δημόσιας Διοίκησης ή άλλης ισοδύναμης ανεξάρτητης αρχής.
4.4. Θεσμοθέτηση ανεξάρτητης επιτροπής του ‘ακαδημαϊκού συνηγόρου’, που θα λειτουργεί συμβουλευτικά και ελεγκτικά για τα διάφορα επίπεδα διοίκησης, για την προστασία των δικαιωμάτων των φοιτητών, αλλά και των εργαζομένων στα Πανεπιστήμια. Η πρόταση του ΥΠΕΠΘ για την ένταξη μιας ανάλογης υπηρεσίας στον θεσμό του Συνηγόρου του Πολίτη θα δημιουργήσει πιθανά σημαντικές δυσκολίες σε ένα ανεξάρτητο και αυτοδιοικούμενο ακαδημαϊκό χώρο, όπως είναι τα ΑΕΙ.
4.5. Θεσμοθέτηση των κανόνων συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων, μετά από διάλογο. Καθορισμός των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συνδικαλιστών μελών ΔΕΠ. Θεσμοθέτηση της λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργάνων και του τρόπου λήψης των αποφάσεών τους ειδικότερα στα περιφερειακά και χωρικά ‘κατακερματισμένα’ Πανεπιστήμια..
4.6. Ένα σημαντικό και εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα είναι αυτό του καθορισμού του σωστού ποσοστού συμμετοχής των διαφόρων συντελεστών της ακαδημαϊκής οικογένειας στην εκλογή των πρυτανικών και άλλων αρχών των Πανεπιστημίων. Ο Νόμος Πλαίσιο, ως έχει σήμερα, είναι φανερό ότι αποτελεί την αιτία για πολλά σημαντικά προβλήματα των ΑΕΙ και εμποδίζει ουσιαστικά τη μεταρρύθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η πρόταση για καθολική ψηφοφορία των φοιτητών για την ανάδειξη εκπροσώπων έχει πολλά θετικά στοιχεία διότι περιορίζει τη δύναμη που έχουν οργανωμένες και λίγο αντιπροσωπευτικές μειοψηφίες. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη κινητοποίηση και ενεργοποίηση τους φοιτητές, που σήμερα στην πλειοψηφεία τους παρακολουθούν παθητικά και αμέτοχοι τα τεκταινόμενα, αδυνατώντας να εκφράσουν και να παρουσιάσουν τα πραγματικά εκπαιδευτικά, κοινωνικά και επαγγελματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Η ζωντανή συμμετοχή τους στην ακαδημαϊκή, την κοινωνική και πολιτισμική ζωή, με τη διάθεση των κατάλληλων υποδομών, θα συνέβαλε προς αυτήν την κατεύθυνση, διαμορφώνοντας τους αυριανούς συνειδητούς πολίτες, πράγμα που είναι και το ζητούμενο σε μια ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή παιδεία.

Καθηγητής Σωτήρης Χτούρης
Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνιολογίας
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

——-
ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΓΙΑ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ Α.Ε.Ι.
υπό
Καθηγητή Δημητρίου Μπέσκου, Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστημίου Πατρών

Άρθρο 13, παρ.1. Δεν συμφωνώ με το ποσοστό 50% το οποίο νομίζω ότι πρέπει να γίνει 100%, δηλαδή η μέγιστη διάρκεια φοίτησης θα πρέπει να είναι το διπλάσιο του χρόνου κανονικής φοίτησης.
Άρθρο 13, παρ. 2. Δεν συμφωνώ με τα προαπαιτούμενα γιατί δημιουργούν προβλήματα κατά την φοίτηση. Προτείνω να μην μπορούν να εγγραφούν οι φοιτητές στο 3ο ή 4ο χρόνο σπουδών για Τμήματα 4ετούς ή 5ετούς – 6ετούς φοίτησης, αντίστοιχα εάν δεν έχουν εξετασθεί επιτυχώς σε όλα τα μαθήματα των 2 ή 3 πρώτων ετών αντίστοιχα. Αυτό άλλωστε είχε ψηφισθεί επί υπουργίας Γ. Σουφλιά το 1992 και είναι γνωστό ως προδίπλωμα στα Γερμανικά Πανεπιστήμια.
Άρθρο 13, παρ. 3. Δεν συμφωνώ με τις εξεταστικές επιτροπές διότι έτσι όλοι σχεδόν οι φοιτητές (το 70% των φοιτητών “περνάει” κάθε μάθημα με τουλάχιστον 4 προσπάθειες) θα εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή και θα αυξηθεί η εξεταστική διαδικασία. Επί πλέον η πίεση στα μέλη της εξεταστικής επιτροπής για να “περάσει” τον φοιτητή θα είναι τεράστια.
Άρθρο 18. Επειδή υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός ΔΕΠ στα Κεντρικά Πανεπιστήμια λόγω καθηγητοποιήσεων πολλών παλαιών βοηθών (π.χ. το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών της Θεσσαλονίκης έχει 105 μέλη, του ΕΜΠ έχει 75 μέλη, ενώ της Πάτρας έχει μόνον 35 μέλη – Τα μεγαλύτερα Τμήματα Πολιτικών Μηχανικών των ΗΠΑ έχουν μόνον 50-60 μέλη) θα πρέπει οι προτεινόμενες διατάξεις να εφαρμόζονται μόνον για Τμήματα με πάνω από ένα ορισμένο αριθμό μελών ΔΕΠ (π.χ. από 50 μέλη ΔΕΠ και άνω για Πολιτικούς Μηχανικούς).
Άρθρο 20. Να καταργηθεί ο όρος της μονογραφίας, ο οποίος μας βασανίζει εδώ και 50 χρόνια και τον χρησιμοποιούμε χωρίς να τον κατανοούμε. Ας χρησιμοποιηθεί ο όρος βιβλίο που είναι κατανοητός και γενικός.
Άρθρο 23. Δεν συμφωνώ με την συμμετοχή μελών ΔΕΠ άλλων Πανεπιστημίων ή Τμημάτων στα εκλεκτορικά σώματα. Η εμπειρία 30 ετών έχει αποδείξει ότι σε ποσοστό 95% οι “εξωτερικοί” εκλέκτορες υποστηρίζουν τον προς εξέλιξη υποψήφιο ή ακολουθούν την πλειοψηφία των εκλεκτόρων του Τμήματος της θέσης που κρίνεται. Εγώ προτείνω μια Επιτροπή ελέγχου 7 ή 11 μελών από τους πλέον διαπρεπείς επιστημονικά καθηγητές των Τμημάτων της Σχολής που θα εκλέγονται αξιοκρατικά υπό την εποπτεία του Κοσμήτορα. Η γνώμη της επιτροπής θα πρέπει να είναι αποφασιστική, όπως στις ΗΠΑ (γνωστή ως Dean’s Committee).
Άρθρο 24, παρ. 6. Δεν συμφωνώ με την κατάργηση της μετακίνησης και προτείνω μετακίνηση υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) Η μετακίνηση να γίνεται μόνον από Πανεπιστήμια κεντρικά (Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης) προς περιφερειακά β) όταν αφορά συζύγους να χρειάζεται μόνον η αποδοχή του Τμήματος υποδοχής και όχι και αυτή του Τμήματος προέλευσης.

Με τιμή

Δ. Μπέσκος
Καθηγητής

Advertisements