Των 
Νίκου Μαρκάτου, καθηγητή και τ. Πρύτανη ΕΜΠ, Προέδρου Σχολής Χημ.Μηχ. ΕΜΠ
Βασίλη Βεσκούκη, επίκουρου καθηγητή ΕΜΠ

(άρθρο προς δημοσίευση σε απογευματινή εφημερίδα) 

«…και τα γαν κινάσω», είχε πει ο Αρχιμήδης. Δηλαδή «δώσε μου μέρος να σταθώ και θα κινήσω τη γη». Αυτό ακριβώς είναι το σημερινό ζητούμενο στο χώρο της Παιδείας: μέρος να σταθούμε ή, καλύτερα, σημείο αναφοράς. Χρειάστηκαν περίπου έξι μήνες κινητοποιήσεων αρχικά των φοιτητών και κατόπιν των δασκάλων και καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για να έρθει και πάλι το θέμα της Παιδείας στο προσκήνιο, σε όλο του το εύρος, από την προσχολική αγωγή μέχρι το Πανεπιστήμιο. Πολλές οι απόψεις που κατατέθηκαν από εκπαιδευτικούς, κυβέρνηση αλλά και από σκεπτόμενους πολίτες. Κάποιες από αυτές περιγράφουν με απλότητα και ειλικρίνεια την πραγματικότητα: Τα παιδιά μας πηγαίνουν σε ένα δημόσιο σχολείο που εκπαιδευτικά είναι ανεπαρκές, και που τους μεταδίδει την άγνοια και την επιθετικότητα που σε πρώτη ευκαιρία με αμετροέπεια εκδηλώνουν.

Οι ερμηνείες για τα αίτια και οι προτάσεις για τη διέξοδο από την κατάσταση είναι σχεδόν όσες και τα εμπλεκόμενα μέρη, αν όχι περισσότερες. Η συναισθηματική και βιωματική φόρτιση των οικογενειών συναντά την αντιπολιτευτική τακτική των μη-κυβερνητικών, την πρακτική των συνδικαλιστών, την αξιοπρέπεια των δασκάλων, αλλά και την μη επαρκή κατάρτισή τους – σύμφωνα τουλάχιστον με τα λεγόμενα των ιδίων. Συναντά επίσης την αναξιοκρατία και τη συναλλαγή που επί πολλά χρόνια θεσμοθετούν και διέπουν (και) το χώρο της Εκπαίδευσης, τις πολιτικές καριέρες υπουργών και άλλων παραγόντων, τις εσωκομματικές διαμάχες, την μετριότητα και αναποτελεσματικότητα πολιτικών που καμία σχέση δεν έχουν με τη μαχόμενη εκπαίδευση, καθώς και πολλούς ποικιλοτρόπως αδικημένους από το σύστημα. Ολα αυτά, στις πλάτες μιας γενιάς που πλέον με το παραμικρό αντιδρά βίαια σε ολοένα και μικρότερες ηλικίες, σήμερα κάνοντας πρώτο ένα βήμα που κάποτε θεωρείτο «προχωρημένη μορφή αγώνα», και αύριο ποιος ξέρει πώς άλλως.

Ενας φαίνεται να είναι ο αδιαμφισβήτητος κοινός τόπος των θέσεων που εκφράζονται: η δυσπιστία όλων και προς όλες τις κατευθύνσεις. Κανένα μέρος, παρά τα «δημόσια λεγόμενα» δε φαίνεται να εννοεί να αποδεχθεί την ειλικρίνεια των άλλων προκειμένου να συ-ζητήσει και να συν-εργαστεί όχι με όρους νίκης, ήττας, υποχώρησης, παροχών ή κατακτήσεων, αλλά για να μπουν σε μια τροχιά τα σημαντικότερα από τα εθνικά μας θέματα, δηλαδή αυτά που αφορούν το ήθος, την ταυτότητα και τη γνώση των γενιών που έρχονται. Το φαινόμενο, δυστυχώς, δεν είναι σημερινό. Οι όροι της λειτουργίας της νοσούσης κεντρικής πολιτικής σκηνής δυστυχώς εφαρμόζονται και σε όλο το φάσμα των θεμάτων της Παιδείας: εκκρεμότητες, όμηροι, ευνοημένοι, περιθωριοποιημένοι και «παράγοντες», ρυθμίζουν για χρόνια τα της εκπαίδευσης με κριτήρια εν πολλοίς τα ίδια με εκείνα που ευτελίζουν τη λειτουργία της Δημοκρατίας μας. Ετσι, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι οι πολίτες βλέπουν και οι ίδιοι με πρακτική δυσπιστία τις αποσπασματικές και ασύνδετες μεταρρυθμίσεις όσων χειρίστηκαν το χαρτοφυλάκιο της Παιδείας μετά τη μεταπολίτευση, στέλνοντας τα παιδιά τους σε φροντιστήρια και αντιμετωπίζοντας το όλο θέμα εν πολλοίς με τη λογική της ατομικής λύσης και σύμφωνα με ένα άλλο ρητό που επίσης αποδίδεται στον Αρχιμήδη, το «μη μου τους κύκλους τάραττε».

Ενα ρητορικό ερώτημα: Αν «αύριο» τα χρήματα που διεκδικούν οι εκπαιδευτικοί ήταν διαθέσιμα, θα λύνονταν αυτόματα ή έστω θα έμπαιναν σε τροχιά επίλυσης τα προβλήματα της Παιδείας; Ασφαλώς όχι, διότι και τότε, όπως και σήμερα, θα διαπιστωνόταν η αμείλικτη πραγματικότητα της πλήρους έλλειψης αξιακού σημείου αναφοράς, γιατί στην ουσία περί αυτού πρόκειται.

Αξίζει να τονίσουμε δύο σημεία: Πρώτο: άλλο πράγμα «σημείο αναφοράς» και άλλο «συνδικαλιστική διεκδίκηση» ή «κυβερνητική πολιτική». Αν ως κοινωνία δεν συμφωνήσουμε σε ένα σύστημα αξιών το οποίο θα διαπεράσει το εκπαιδευτικό σύστημα του μέλλοντος, τότε κινδυνεύουμε να αναλώσουμε τους όποιους οικονομικούς πόρους εξοικονομήσουμε σε ξύσιμο της επιφάνειας και μόνο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι διαχρονικές αξίες που διαπερνούσαν εμπνευσμένες μεταρρυθμίσεις όπως του Γληνού και του Παπανούτσου δεν δικαιώνουν κανένα από τα εμπλεκόμενα στις σύγχρονες τηλε-μαχίες μέρη. Επιπλέον, όλοι οι «πρωταγωνιστές» πρέπει πλέον να πείσουν για την ειλικρίνεια όχι μόνο των προθέσεων, αλλά και της πρακτικής τους, πράγμα το οποίο ενδεχομένως ο καλύτερος τρόπος για να γίνει είναι η παραίτηση.

Δεύτερο: η όποια λύση δρομολογηθεί, δεν πρόκειται να έχει άμεσα αποτελέσματα. Οπως πολλοί τονίζουν, όλοι πρέπει να κοπιάσουν για πολύ, προκειμένου να έχουμε αποτελέσματα σε 10 ή και περισσότερα χρόνια, πράγμα που πρέπει να το αποδεχθεί η ελληνική οικογένεια η οποία, εξάλλου, δεν είναι μόνο θύμα, αλλά και θύτης της κατάστασης στη Παιδεία. Ενας παραπάνω λόγος για να αποχωρήσουν από το χώρο όσοι προσδοκούν πρόσκαιρα πολιτικά και προσωπικά οφέλη.

Θα κλείσουμε καταθέτοντας μια πρόταση: στην επερχόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, να θεσπιστούν όροι ώστε η εκπαιδευτική στρατηγική να μην αποτελεί υπόθεση της εκάστοτε κυβέρνησης, αλλά να καθορίζεται από τη βουλή με ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας και με αυξημένη πλειοψηφία, της τάξης που απαιτείται για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο υπουργός που θα υλοποιήσει την στρατηγική αυτή να μην τοποθετείται από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά άμεσα από την Βουλή, και με αντίστοιχη απαίτηση μεγάλης αποδοχής, και να μην επιτρέπεται να πολιτευτεί αμέσως μετά τη θητεία του, ούτε ο ίδιος ούτε τα πολιτικά στελέχη του Υπουργείου Παιδείας.

Αξιακό σημείο αναφοράς, μας λείπει, λοιπόν, και οι πρακτικές έπονται. Οσοι εννοούν ότι θέλουν να λύσουν το εκπαιδευτικό ζήτημα δεν αρκεί ούτε να επικαλούνται τις προθέσεις τους, ούτε να ακολουθούν τακτική σύγκρουσης επιβάλλοντας με πρόσκαιρες πλειοψηφίες αποσπασματικές θεσμικές ή και συνταγματικές αλλαγές. Οι προθέσεις, σε συνδυασμό με τις υπαρκτές αντικειμενικές δυσκολίες για παροχές, δεν αποτελούν άλλοθι ούτε για τους παρελθόντες, ούτε για τους σημερινούς πολιτικούς που έχουν αναλάβει το χαρτοφυλάκιο της Παιδείας. Οπως εξάλλου έχουμε όλοι διαπιστώσει, οι καλές προθέσεις από όλες τις πλευρές έχουν μόνο στρώσει το δρόμο προς την κόλαση που κινδυνεύει να βιώσει σε όλο της το μεγαλείο το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η δε πρώτη από τις Αξίες που αναζητούμε και που ενδεχομένως πρέπει να έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα από όλες, είναι η Ανιδιοτέλεια._

Advertisements